Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2007

Crash


...Ή αλλιώς η σύνοψη μιας διαρκούς σύγκρουσης. (Την στιγμή που έγραψα αυτήν τη φράση δεν φανταζόμουν πόσο επιτυχημένη θα φάνταζε στο τέλος της διαδικασίας). Απ' την στιγμή που υφίσταται Αμερική, το 1498, περνάμε και στον έντονο φυλετικό ρατσισμό. Όχι πως ρατσισμός δεν υπήρχε πριν αλλά ήταν διεθνιστικός, και σαν παλιότερη ασθένεια ασθενέστερη απ' την εξελιγμένη της μορφή. Κι απ' τη στιγμή που οι νέγροι στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν δουλικό των λευκών, πιο γρήγορα προβλέπεται να γιατρευτεί το AIDS παρά ο φυλετικός ρατσισμός. Σαν θέμα στον κινηματογράφο ο ρατσισμός αναδεικνύεται, καθόλου παραδόξως, μόλις τα τέλη της 10ετίας του '60. Πλέον που στο σινεμά όποιος θέλει μπορεί να βγει και να πει ότι γουστάρει ακόμη και σε μια άκρως πουριτανική κοινωνία όπως η αμερικανική, κι ήταν θέμα χρόνου μια μεγάλη παραγωγή (εδώ μεγάλη=oscarική) να τον θυμηθεί και να "διδάξει" στις τελευταίες γενιές των σινεφίλ το ρατσιστικό παράδοξο, με το δήθεν ανεξήγητο μίσος μεταξύ λευκών και μαύρων.

Όλα στην ταινία ξεκινούν και τελειώνουν με μια αυτοκινητιστική σύγκρουση (κυκλικό σχήμα ιδιαίτερα αφελές). Ανάμεσα στα δύο τρακαρίσματα παρελαύνει από μπροστά μας μια ορδή από χαρακτήρες, που καλύπτουν κάθε χρωματική απόσχρωση μεταξύ του άσπρου και του μαύρου (τα παντα δηλαδή!). Αναγκαζόμαστε να βιώσουμε απ' τις αγωνίες μιας ακραία ρατσίστριας πλούσιας γυναίκας μέχρι το παραπονετικό κύρηγμα ενός νεαρού νέγρου gangster που βρίσκει ρατσιστική συμπεριφορά ακόμη και στην καλημέρα του γείτονά του. Έχουμε δύο αστυνομικούς που από συνεργάτες καταλήγουν ο ένας δολοφόνος κι ο άλλος στοχαστής, έναν μόνιμα μαστουρωμένο Don Cheadle που σε μια μέρα χάνει την οικογένειά του και γίνεται πολιτκό πιονάκι στη σκακιέρα λευκών ανωτέρων και δη του γερουσιαστή Brendan Fraser, έναν σκηνοθέτη που έχει βαρεθεί να τον εκμεταλεύονται μονό και μόνο επειδή έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος απ' αυτό του Tony Danza ( αυτό ήταν cult σκηνή) κι έναν ευαίσθητο κλειδαρά πρώην συμμορίτη. Το σενάριο περιέχει κι άλλους ακόμη δευτερεύνοτες χαρακτήρες όπως την οικογένεια με το μπακάλικο ή μνηστή του σκηνοθέτη, καθώς και πολλές εκπλήξεις. Οι ιστορίες όλων των παραπάνω διασταυρώνονται σε σημεία με αποτέλεσμα όλοι μέχρι το τελευταίο λυτρωτικό (από πολλές απόψεις λεπτό) να έχουν νιώσει σε ένα κάποιο βαθμό τις θλιβερές παρενέργιες του φυλετικού ρατσισμού. Κι αν όλα αυτά σας φαίνονται μπερδεμένα ευτυχώς στην πράξη γίνονται πολύ πιο απλά...

Η επιλογή της σπονδυλωτής ταινίας για να προσεγγίσει κανείς ένα τόσο πολυπτυχές κοινωνικό φαινόμενο μοιάζει ιδανική. Αν ο μέσος θεατής καταφέρει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που παρουσιάζει η παρακολούθηση μιας τέτοιου τύπου ταινία, θα ανακαλύψει μια καλοδομημένη ιστορία που πραγματικά προσπαθεί να εξετάσει από πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες το πρόβλημα του ρατσισμού. Μάλιστα είναι εντυπωσιακό το πόσο καλά τα καταφέρνει στο τεχνικό κομμάτι ο γνωστός κυρίως σαν σεναριογράφος Paul Haggis, καθώς η ταινία παρουσιάζει σπάνια συνοχή για το είδος, αφού ο σκηνοθέτης καθιστά τον μεγάλο αριθμό διαφορετικών περιστατικών που πραγματεύεται από θεωρητικό μειονέκτιμα σε μεγάλο πλεονέκτημα για το φιλμ. Το cast αν και δεν του 'κατσε λειτουργεί μια χαρά ενώ και στα λοιπά τεχνικά κομμάτια η ταινία δεν χολαίνει. Παρ' όλο το σωστό καταμερισμό σε κινηματογραφικό χρόνο και βαρύτητα που δίνει ο Haggis στα περιστατικά του, υπάρχουν μια δύο σκηνές που σαφώς ξεχωρίζουν. Η πρώτη είναι αυτή στην αυλή του κλειδαρά (εντυπωσιακά γυρισμένη απ' την αρχή μέχρι το τέλος) και η δεύτερη είναι το τρακάρισμα (αμάν πια) στο οποίο επεμβαίνει ο Matt Dillon. Απ' την ταινία επίσης δεν λείπουν τα υπονοούμενα, που καθιστούν την ρατσιστική συμπεριφορά του καθένα απ' τους χαρακτήρες σχεδόν αιτιατή, όπως και οι σύντομες και καταλυτικές παρεμβάσεις των λοιπών φυλών.

Μα αν στα τεχνικά και την πλοκή όλα δουλεύουν ρολόι, εκεί που πραγματικά χάνεται το παιχνίδι είναι στον ελλειπή προβληματισμό. Αν και ο σκηνοθέτης διερευνά, έστω ελάχιστα, τις αιτίες και τις αφορμές τελικά καταλήγει να μας παραδίδει ένα έργο που απλά δηλώνει την ύπαρξη ρατσισμού σε κάθε κοινωνικό τομέα στις ΗΠΑ - σιγά το νέο. Και μάλιστα δεν έχουμε εδώ αυτό που ακούστηκε από πολλούς, δηλαδή ότι ο Haggis δεν έχει τίποτα καινούργιο να πει. Ο Haggis δεν έχει τίποτα απολύτως να πει. Το ακόμη χειρότερο είναι ότι στο έργο του τίποτα δεν μοιάζει ανολοκλήρωτο, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός ήταν ο προσανατολισμός του απ' την αρχή. Με τα μακρά τελευταία πλάνα όλοι όσοι εμπλέκονται στις ιστορίες της ταινίας (ακόμη κι ο ξυλοκοπημένος Κινέζος) είναι φορείς μιας ηθικής διαφοροποίησης κυρίως προς το κοινό "καλύτερο". Οι πρωταγωνιστές έχουν διανύσει την απόσταση απ' το άσπρο στο μαύρο και τούμπαλιν. Ακόμη μια αφελής θεώρηση (απ' το δημιουργό), αυτή του ότι μέσα απ' τις ιστορίες κάποιοι απ' τους χαρακτήρες βγήκαν καλύτεροι άνθρωποι μετά απ' τη διδακτική του Haggis, αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο την ταινία. Ο ρατσισμός για τον Αμερικάνο πολίτη του σήμερα είναι τόσο καλά συγκαλυμμένος, που δεν του αρμόζει η αντιμετώπιση που περιμένει κανείς απ' τους προέφηβους. Μ' άλλα λόγια δεν είναι δυνατόν να φτιάχνεις μια ουσιαστικά σημαντική ταινία απλά και μόνο για να πεις ότι υπάρχει ρατσισμός. Ο χαρακτήρας του Ryan Phillippe μόνο βιώνει και μεταδίδει κάτι το ουσιώδες στο θεατή (ο ρατσισμός μπορεί να πηγάζει και συντηρείται απ' όλους μας). Υπερτονίζοντας απλά τα κόμπλεξ των φυλών μόνο προσβολή μπορείς να προκαλέσεις σε πιθανούς κρυπτο-ρατσιστές θεατές.

Και πως θα μπορούσε άλλωστε να πάει καλύτερα η ταινία αφου απευθύνεται, όπως αποδείχθηκε, σε κοινό που ερμηνεύει τα πάντα στην κοινωνία με αξίες στερεοτύπων. Μερικά πράγματα και ο τρόπος που αναφέρονται δεν θα αλλάξουν ποτέ σε μια αμερικάνικη ταινία (ορίστε παράδειγμα ρατσιστικής αντιμετώπισης απέναντι στην αμερικανική κινηματογραφική παραγωγή, απ' όποιο χώρο κι αν προέρχεται - ας μην ξεχνάμε εδώ δεν μιλάμε ακριβώς για Hollywood). Ίσως όταν μια μέρα οι μαύροι στις ταινίες σταματήσουν να είναι gang members και οι λευκοί γερουσιαστές (εξαιρείται ο Morgan Freeman :p) θα μπορέσει να γίνει και μια καλύτερη ταινία για το ρατσισμό. Πως θα μπορούσαν να χωρέσουν χρόνια εκμετάλευσης και μίσους σε 20 λεπτά που διαρκεί η κάθε ιστορία. Αλλά είπαμε μια σύνοψη για μια σύγκρουση χρόνων... Οι περιλήψεις στα οπισθόφυλλα των βιβλίων ποτέ δεν θα γίνουν πιο σημαντικές απ' το περιεχόμενο.

Βαθμός: 5

(The Movies Cult 22-03-06)

Δεν υπάρχουν σχόλια: