Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2007

Lucky Number Slevin

Όχι τυχαία υπάρχουν εποχές και περίοδοι που η κινηματογραφική βιομηχανία έχει επιλέξει για να κυκλοφορήσει την κάθε ταινία της. Επίσης όχι τυχαία με το που πιάνουν οι ζέστες κατά το Μάη αρχίζουν και τα blockbusters. Το Lucky Number Slevin παίχτηκε στη χώρα μας μες στο κατακαλόκαιρο μεταξύ βαρύγδουπων επανεκδόσεων και απόλυτου σινεματικού κενού και πραγματικά δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερη περίοδο για να δεις μια κανονικά straight to DVD ταινία.

Ο Slevin είναι ένας νεαρός που πάει να επισκεφθεί ένα φίλο του στη Νέα Υόρκη αλλά το πρωί τον επισκέπονται διαδοχικά μέλη των δύο μεγαλύτερων συμμοριών gangsters της Νέας Υόρκης, η μία του Αφεντικού και η άλλη του Ραβίνου. Και οι δύο φαίνεται ότι τον μπερδεύουν για τον φίλο του Nick Fischer μιας και τον βρίσκουν στο διαμερισμά του αλλά τελικά κάτι πολύ πιο βαθύ κρύβεται πίσω απ' όλ' αυτά. Τελικά ο Slevin βρίσκεται μπλεγμένος στον πόλεμο μεταξύ των δύο μαφιόζων ενώ στο κατόπι του βρίσκονται και οι ντόπιοι αστυνομικοί. Καταλύτης στις εξελίξεις ένας εκτελεστής με το όνομα Goodkat.

Ολόκληρη η ταινία κινείται με σχετική επιτυχία γύρω από μοτίβα του είδους του μυστηρίου και του γανγκστερικού σινεμά. Βασικό ρόλο παίζει το "τέχνασμα" που μας μαθαίνει ο δολοφόνος Bruce Willis απ' την αρχή, πράγμα που προϊδοποιεί για τις εξελίξεις του φινάλε (ναι έχουμε κι εδώ μια απ' τις συνηθισμένες εκπλήξεις, όσο έκπληξη μπορεί να είναι κάτι το συνήθες). Ένα άλλο είναι οι παρεξηγήσεις και δη ταυτότητας που δοκιμάζει ο Slevin στην αρχή. Ένα τρίτο ο ρηχός δυισμός, διάχυτος στο φιλμ απ' τους χαρακτήρες που συνομιλούν σε κάθε σκηνή και τις δύο συμμορίες μέχρι τις σκακιέρες. Ένα τέταρτο οι αναφορές σε ταινίες ή βιβλία (εδώ και σειρές) με παρόμοια περιστατικά. Φυσικά θα μπορούσα να αναφέρω πολλά άλλα που φτάνουν μέχρι τα ενδυματολογικά αλλά ας αρκεστώ στο να αναφέρω ότι παίζοντας με όλα αυτά ο σκηνοθέτης Paul McGuigan (προφανώς της βρετανικής συνομοταξίας) φτιάχνει κάτι το αρκετό, κάτι που αξίζει να δει κανείς για να ξεσκάσει.


Πρώτ΄απ' όλα τα παραπάνω σε συνδιασμό με την καταφανή παιδεία του, δίνουν κάποιο πέραν του συνηθισμένου στυλ αν και κάπως πιο low tempo απ' ότι θα 'πρεπε. Πρέπει να παραδεχτώ πως στα σχεδόν 100 λεπτά που διαρκεί η ταινία o McGuigan δεν κωλώνει πουθενά και δοκιμάζει σχεδόν τα πάντα, άσχετα αν σε κάποια σημεία της ταινίας του βγαίνει αχταρμάς. Πάνω κάτω εξελίσσει το στυλ που μας είχε παρουσιάσει και στις προηγούμενες δουλειές του με πρώτo και καλύτερo παράδειγμα το Gangster No. 1. Εκεί είχε το σκοτεινό του θέματος και κάποιες ερμηνείες να τον βοηθήσουν, εδώ είναι πιο ελαφρύς και παρουσιάζει μια σχεδόν βουβή ταινία που οι ματιές και οι χαρακτήρες υποσκελίζουν ποιοτικά τους κουφούς αλλά catchy διαλόγους, ένα ακόμη κλισέ που όμως κακομεταχειρίζεται ο σκηνοθέτης (αφού το εκμηδένισε πιο πριν ο σεναριογράφος Jason Smilovic). Τον υποστηρίζουν και ορισμένες λεπτομέρειες που απ' την πλευρά της η παραγωγή έχει προσέξει ιδιαίτερα (κυρίως έχουν να κάνουν με το setting και την εποχή που διαδραματίζονται περιστατικά του φιλμ).

Τις καταχρήσεις του σκηνοθέτη σε στήσιμο, αφήγηση και μοντάζ πιθανότατα ο απαιτητικός θεατής να τις βρει ενοχλητικές (σίγουρα κάποιες απ' αυτές). Είναι οι ίδιες όμως, σε καλύτερο πακέτο, που παρατηρεί ο καθείς μας σε οποιαδήποτε εμπορική ταινία σήμερα και ο Slevin ουδέ μίαν στιγμή δεν απαρνιέται την εμπορικότητά του που επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο το σύνολο των "ξεπεσμένων" γυρολόγων στο cast (Willis, Kingsley, Freeman, Liu - όλοι σε ρόλους που τους έχουμε ξαναδεί ευτυχώς). Η ταινία λοιπόν σε σχέδια με οποιαδήποτε άλλη ανάλογη καλοκαιρινή κερδίζει στις ψευτοεντυπώσεις (ψευτό γιατί για μεγάλα πράγματα πουθενά δεν μιλάμε μόνο μια κάποια ικανότητα).

Όσο για το φινάλε που υποτίθεται ότι σε τέτοια φιλμ κρύβει και την μεγαλύτερη δυναμική πρόκειται μάλλον για κάτι το απογοητευτικό και μάλλον προβλέψιμο. Γενικότερα μάλιστα η ταινία, αν και ξεκινάει καλά, πέφτει με την πάροδο του χρόνου.

Για να ολοκληρώνουμε και σιγά σιγά και να μην σας κουράζω άλλο, το Lucky Number Slevin αξίζει μια απροβλημάτιστη θέαση από πλευράς του οποιουδήποτε θεατή (δυνατή υποψηφιότητα για τις καμένες νύχτες του Star Channel). Τίποτα το ιδιαίτερα αξιόλογο αλλά σίγουρα για το καλοκαιράκι με τους 30 βαθμούς το βράδυ ή για το DVD το απόγευμα πριν τη δουλειά είναι ότι πρέπει, no more no less... (δεν τα είπε ο Zubizab τα τελευταία σαθρά...)

Βαθμός: 5.5

Mission: Impossible III


Αν μη τι άλλο το franchise Mission: Impossible ξέρει να προσαρμόζεται στις μόδες και να διατηρείται πάντα φρέσκο. Απ' την ιστορική πια σειρά, περάσαμε στο υποταγμένο στη στυλιστική υπεροχή που επέβαλαν τα 90's πρώτο κινηματογραφικό μέρος (διά χειρός μάλιστα - του έχοντος έξοχο κατά καιρούς στυλ - Brian DePalma), από 'κει αφεθήκαμε στις ταρζανιές και τα χορογραφημένα κόλπα του John Woo γνωρίζοντας παράλληλα τον πρώτο - τότε - μεγάλο σταρ και μεγαλοπαραγωγό και πλέον έχουμε τον δημιουργό των κραταιών (σαν είδος) αυτή την περίοδο τηλεοπτικών σειρών Alias και Lost να μας σερβίρει ένα πιο πονεμένο και "συμπυκνωμένο" τρίτο επεισόδιο.


Στο M:I3 ο Ethan Hunt έχει τα υπαρξιακά του. Βλέπεται ετοιμάζεται να παντρευτεί και να νοικοκυρευτεί και η δουλειά του σαν πράκτορας την IMF αποτελεί όπως και να το δούμε τροχοπέδη στα σχέδια για ήσυχη οικογενειακή ζωή. Στο ξεκίνημα της ταινίας ο απεσυρμένος υπερπράκτορας δέχεται ένα τηλεφώνημα που τον καλεί να σώσει μια μαθητευόμενή του που βρίσκεται υπό την ομηρία ενός μαυραγορίτη (τον ταπείνωσα εντελώς τον άνθρωπο...). Όταν τελικά υποκύπτει στην δύναμη της συνήθειας και αποφασίζει να τη σώσει μαθαίνει ότι στις παράνομες business του λαθρέμπορα όπλων και λοιπών ουσιών μπλέκεται και κάποιος μέσα από την IMF... Καταλαβαίνετε ότι εδώ τα υπαρξιακά μεγαλώνουν, κι όταν μάλιστα οι κακοί απαγάγουν και την αθώα μέλλουσα σύζυγο του Hunt που μέχρι εκείνο το σημείο νομίζει ότι ο άντρας της δουλέυει στην τροχαία, το πράγμα γίνεται πια τραγωδία.


Ξεκινάμε με τις καινοτομίες που μπορεί να φέρει ένας τηλεορασάρχης στη σειρά. Οι γνωστές παγκόσμιες απειλές που παρά λίγο και θα κατέστρεφαν τη Γη εδώ απλά ενοούνται και μένουν κρυφές. Ολόκληρες σκηνές που στα χέρια άλλου θα γινόταν ύμνος στην κλωτσομπουνιά επίσης μένουν να ενοούνται προς εξοικονόμιση και χρόνου. Τα πάντα επεξηγούνται σε φλας μπακ και δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις δραματικά φορτισμένες σκηνές, με την κάμερα να κινηματογραφεί κλαμένα πρόσωπα ή να μπαίνει αυτόματα λες σε slow motion mode για να πιάσει το καρδιοχτύπι της στιγμής. Τέλος η οποιαδήποτε προσπάθεια για στοιχειώδες σινεμά... μένει προσπάθεια. Δεν είναι ότι δεν προσπαθεί κάπου κάπου ο JJ αλλά εν τέλει δεν τα καταφέρνει.


Για δράση όμως ούτε συζήτηση αφού όσοι απλά την αποζητούν θα την βρουν εδώ άφθονη χάρη και στην σβελτάτη αποτύπωση που παραδίδει ο σκηνοθέτης. Ο χρόνος όπως και σε κάθε M:I είναι κι εδώ πολύτιμος, τόσο για τον Abrams όσο και για τον κεντρικό ήρωα. Πολλά απ' τα όμορφα που επιχειρεί ο Hunt κρίνονται στο παρά τρίχα κι ο θεατής φυσικά ξέρει εκ των πρωτέρων ότι όλα θα πάνε καλά, εννοείται όμως οι πιο πολλές απ' τις στιγμές έντασης που θα βρείτε στο φιλμ να κρίνονται στο "λυτρωτικό" δευτερόλεπτο.


Πακέτο στο πακέτο όμως όλ' αυτά αποδυναμώνονται μέχρι να φτάσουμε στο κλασικό μονομαχία στο El Paso φινάλε όπου θα υπάρξει απόδοση πάσης δικαιοσύνης, ο πατριώτης θα πάει στον τάφο αγκαλιά με τον αγύμναστο εγκληματία και η clean cut Αμερική θα σώσει για μια ακόμη φορά το κύρος της. Στο M:I3 δεν θα βρείτε ούτε κάτι πρωτότυπο ούτε μια άνω του μετρίου περιπέτεια δράσης στις εκατομμύρια που έχετε ήδη δει. Τι μας μένει εν τέλη; Μερικές διάσπαρτες εντυπωσιακές σκηνές όπως η περιβόητη της γέφυρας που δίνουν το αλατοπίπερο στην ταινία και ανεγκέφαλος κινηματογράφος δια ξέγνοιαστη απόλαυση μετά της οικογενείας. Παράλληλα άλλη μια ναρκισσιστική απόπειρα του επιχειρηματία πια Tom Cruise που παίρνει όλη την ταινία πάνω του και οι υπόλοιποι μένουμε να ζηλεύουμε τα κατορθώματά του είτε σαν Ethan Hunt είτε σαν ιδιοκτήτη οικοπέδου στο φεγγάρι. Με κάτι τέτοια extravagant καθιερώθηκε άλλωστε το μοντέρνο σινεμά.


Βαθμός: 4

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2007

Δείτε αυτή την εβδομάδα στην TV

Γενικό μπέρδεμα για μια ακόμη εβδομάδα στις ώρες μεταδόσεων των αθηναϊκών κρατικών, που παρ' όλ' αυτά προβάλλουν και πάλι αξιολογότατες ταινίες. Επίσης πάμε για μια απ' τις πιο όμορφες τηλεοπτικά Δευτέρες της νέας χιλιετίας (υπερβολές...). Σειρά στα αφιερώματα της Βουλής παίρνει ο Lars von Trier με τρεις ταινίες που δεν μπορούμε παρά να τιμήσουμε, ξανά και ξανά και ξανά. Οι επιλογές:

Κυριακή: Donnie Darko, Richard Kelly, 00.45 Mega
Δευτέρα: Gosford Park, Robert Altman, 00:30 ANT1
Τρίτη: X2: X-Men United, Bryan Singer, 21:00 ANT1
Τετάρτη: Forbrydelsens Element, Lars von Trier, 22.10 Βουλή Τηλεόραση
Πέμπτη: Epidemic, Lars von Trier, 22.10 Βουλή Τηλεόραση
Παρασκευή: Europa, Lars von Trier, 22.10 Βουλή Τηλεόραση
Σάββατο: L' Esquive, Abdel Kechiche, 24.00 ET1

Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2007

"Behind" the Scenes: Delicatessen


Ζητώ συγγνώμη για τη μακρά απουσία στους ελάχιστους που έχουν διαβάσει τα προηγούμενα κείμενα αλλά όπως είχαμε υποσχεθεί επιστρέφουμε με τη "σκηνή-μουσικό πανδαιμόνιο". Έχει μεσολαβήσει ένα μυοχαλαρωτικό καλοκαίρι και μισή εξεταστική (απ' τις δύο του Σεπτεμβρίου), οπότε λάβετε το τρίτο ουσιαστικά μέρος της σειράς σαν προθέρμανση για τη φετινή χρονιά στο Movies Cult. (Ντεφορμέ ο παίκτης με άλλα λόγια...)

Το μακρινό 1991 ο Jean-Pierre Jeunet (σε συνεργασία με τον Marc Caro) παρουσίασε στο ευρύ κοινό την πολύ ιδιαίτερη δημιουργία του Delicatessen. Το μακρινό ξαναλέγω '91 βρισκόμαστε αρκετά χρόνια πριν την ασφυκτική αισιοδοξία της Amelie Poulain και την όποια διαβρωτική επιτυχία προσέφερε στον σκηνοθέτη της. Στο ακόμη πιο μακρινό μέλλον στο οποίο τοποθετείται το Delicatessen τα πράγματα αντιθέτως δεν είναι καθόλου ευοίωνα. Βρισκόμαστε σε μια παλιομοδίτικη κι απομονωμένη πολυκατοικία που στο ισόγειό της λειτουργεί ένα χασάπικο κι εκεί καταφθάνει ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ένας πρώην κλόουν, ψάχνοντας στέγη κι εργασία. Στο απαισιόδοξο σύμπαν της ταινίας κουμάντο κάνει ο χασάπης, ιδιοκτήτης ολόκληρου του κτιρίου και αποκλειστικός προμηθευτής των ενοίκων του σε φρεσκότατη και λαχταριστή ανθρώπινη σάρκα. Για όσους δεν έχουν δει την ταινία απλά να αναφέρω ότι οι ήρωες της ζουν σε μια χαοτική εποχή που το κρέας έχει εκλείψει απ' την δίαιτα των ανθρώπων οπότε ένα κομματάκι ανθρώπινο μπούτι μοιάζει κάτι παραπάνω απ' αυτό που ορίζουμε σήμερα γκουρμέ... Τα θύματα του χασάπη είναι είτε οι κακοί του ένοικοι που αργούν να του πληρώσουν το νοίκι (ακόμη και με κάποια ποσότητα από όσπρια) αλλά κυρίως αυτοί που απαντούν στις αγγελίες για προσφορά εργασίας, οι οποίοι αφού πρώτα κάνουν όλες τις αγγαροδουλειές τις πολυκατοικίας καταλήγουν να τεμαχίζονται από ένα γυαλιστερό μπαλτά.

Αφού τελειώσαμε με τη βασική σεναριακή ιδέα πάμε και στα ενδότερα (ένα τέταρτο απ' την έναρξη, για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους)... Ο πρωταγωνιστής μας λοιπόν (τον κλόουν ερμηνεύει ο Dominique Pinon - εκπληκτική φυσιογνωμία) με το που φτάνει αρχίζει να δουλεύει σκληρά χρησιμοποιώντας τις ζογκλερικές ικανότητες του για να τα βγάλει πέρα αλλά και για να κερδίσει την συμπάθεια των ενοίκων. Η ζωή των ιδιόρρυθμων κατοίκων της πολυκατοικίας κυλά σχετικά ήρεμα και φτάνουμε στη στιγμή που ο χασάπης σαν άνθρωπος κι αφέντης που είναι αποφασίζει ότι θέλει να συνουσιαστεί. Έχει διαλέξει φυσικά την πιο όμορφη (θα μπορούσε να έχει όποιον γουστάρει) για του ικανοποιήσει αυτή του την ανάγκη. Την ίδια ώρα η κόρη του εξασκείται στο βιολοντσέλο με τη βοήθεια μετρονόμου, μια νοικοκυρά έχει βγει και τινάζει ένα χαλί, δύο αδέρφια προσπαθούν να φτιάξουν τσίγκινα τρύπια τενεκεδάκια στην περίεργη βιοτεχνία τους, ένας άλλος προσπαθεί να φουσκώσει μια σαμπρέλα με την μητέρα του δίπλα να πλέκει ενώ ο πρωταγωνιστής έχει ανέβει σε μια σκάλα και με ένα επιδέξιο ακροβατικό προσπαθεί να βάψει ένα ταβάνι. Γενικότερα οι τριγύρω προσπαθούν να εκτελέσουν καθημερινά καθήκοντα ή ασχολούνται με τα ευγενή χόμπι τους... Και αρχίζει το σεξ... Όσο πιο έντονα κουνιέται ο χασάπης τόσο πιο γρήγορα ενεργούν κι οι πέριξ... Όσο πιο γρήγορα πάλλονται οι σούστες στο κρεβάτι τόσο πιο γρήγορα τινάζεται το χαλί, κουνιέται το δοξάρι και η βούρτσα, το έμβολο της τρόμπας, οι βελόνες πλεξίματος και το διαπασών. Και ο συνουσιαζόμενος όλο και φορτσάρει και δώσ' του οι σούστες και δώσ' του και οι πέριξ! Ώσπου στην κορύφωση κι ενώ όλοι έχουν πάρει φωτιά η συνουσία ολοκληρώνεται θριαμβευτικά, η χορδή στο βιολοντσέλο σπάει, ο κλόουν γκρεμοτσακίζεται και η σαμπρέλα σκάει...

Αισθητικά έχουμε να κάνουμε με μια άψογη σκηνή (όπως συμβαίνει και με ολόκληρη την ταινία). Τα διαδοχικά πλάνα απ' τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, σπριντάρουν μαζί με την ιερή πράξη και απ' τους φυσικούς ήχους τους προκύπτει ένα σπάνιας ποιότητας ρυθμικό, όπως ονομάζεται, μοντάζ και μια μουσικότατη ηχητική σύνθεση. Για όσους δεν θυμούνται ή δεν έχουν δει τη σκηνή να πω ότι είναι κάτι ανάλογο με τις εμβόλιμες κατά ψευδαίσθηση μουσικές σκηνές στις πιο πρόσφατες ταινίες του Kitano (κινηματογραφικά μιλώντας) ή με τα pioneering μιξάζ που έγιναν το ηχητικό background για πολλά μικρά αριστουργήματα του David Byrne (μουσικά μιλώντας).

Πάμε για μια ακόμη φορά στα ενδότερα... Δεν θα σταθούμε στα προφανή. Στην ταινία οι χαφιέδες και ο αφέντης προσπαθούν να ξεπαστρέψουν τον πρωταγωνιστή που τελικά θα σωθεί απ' τους υποχθόνιους "επαναστάτες" που πιστεύουν ότι το φαΐ είναι μόνο για να τρώγεται κι όχι για να πλουτίζουν κάποιοι. Ο χασάπης κάνει ότι του καπνίσει με την ανοχή των καταπιεζόμενων ενοίκων που στο τέλος τους βλέπουμε να γουστάρουν κιόλας... Αλλά αυτά είναι όλα εξόφθαλμα. Γι' αυτό προτιμήσαμε την εκπληκτική αυτή σκηνή στην αναφορά μας στο (εκπληκτικό) Delicatessen που ουσιαστικά συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω σε ένα ζωηρό πακέτο με ειρωνικό περιτύλιγμα... Το ότι η μικρο-κοινωνική κατάσταση που περιγράφει το φιλμ έχει σύγχρονη εφαρμογή φαντάζομαι δεν χρειάζεται να σας το πω εγώ, ούτε τα γεγονότα που την εμπνέουν. Σαν γνήσιος κι ελεύθερα σκεπτόμενος Γάλλος λοιπόν ο Jeunet αφενός δεν ανέχεται να τον πηδάνε (συγχωρέστε με για το αγοραίο της έκφρασης) οι "όποιοι" χασάπηδες λυμαίνονται τις φοβισμένες και εύπλαστες κοινωνίες. Πέρα απ' αυτό όμως φαίνεται ότι σιχαίνεται να βλέπει και τους άλλους να λειτουργούν στο ρυθμό που τους επιβάλλει ο κοινωνικός βιαστής τους! Μια τέτοια κατάσταση περιγράφει η εν λόγω σκηνή. Καταλαβαίνω ότι σχεδόν ο οποιοσδήποτε μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα έχει κάποιον πάνω απ' το κεφάλι του, αλλά δεν θεωρείτε ότι είναι ολίγον τι φρικτό υποσυνείδητα, όπως οι ήρωες τις ταινίας, οι μάζες να δρουν στους ρυθμούς που τους επιτάσσονται απ' τους επιτήδειους; Δεν είναι τραγικό να έχει περάσει στον σημερινό άνθρωπο (που έχει περάσει) το "εγώ θα σε πηδάω (είπαμε συγγνώμη) κι εσύ θα μου κουνιέσαι"; Παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω άπειρα. Εκλογές έχουμε και οι μικροπολιτικές τακτικές είναι ένα απ' τα πιο χαρακτηριστικά. Τα φτηνά εργατικά χέρια των μεταναστών ένα δεύτερο. Το κακό είναι ότι πέρα απ' αυτά που έρχονται πρώτα στο μυαλό, αν συνεχίσει να το σκέφτεται κανείς το πράγμα διαπιστώνει (ελπίζω έντρομος) ότι το παραπάνω δόγμα έχει περάσει σε όλο το κοινωνικό φάσμα, απ' τη φορολογία και τις τιμές των χιλιοδιαφημιζόμενων προϊόντων supermarket μέχρι τον καταναγκαστικό εθελοντισμό. Η πλύση εγκεφάλου που φρόντισαν να μας κάνουν με τη γέννεση όλων των εις -κρατία καθεστώτων μας έχει οδηγήσει στο θλιβερό αυτό σημείο. Και μπράβο στο Jeunet που το σημειώνει με αυτόν τον τόσο κομψό τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι όποιος άλλος προσπάθησε να το κάνει κατέντησε σκωπτικός (πάλι "αυτοί" φταίνε).

Υ.Γ.: Λυπάμαι τον κακομοίρη που θα διορθώσει τα ορθογραφικά μου...

(The Movies Cult 03-10-06)

"Behind" the Scenes: Mike Bassett - An England Manager


...Ή αλλιώς 'Behind' the Scenes: Mundial Edition! Τώρα που επιτέλους τέλειωσε το Παγκοσμίο Κύπελλο βρίσκω κι εγώ την ευκαιρία να postάρω το τρίτο άρθρο της σειράς... Αν και όχι καθαρά ποδοσφαιρικό σήμερα το θέμα μας, προκύπτει από μια 1 ταινία με πρωταγωνιστές έναν παραδοσιακό προπονητή και την εθνική ομάδα της Αγγλίας. Ο Mike Bassett είναι ένας άνθρωπος παθιασμένος, όχι μόνο με την μπάλα, αλλά γενικότερα. Από συμπτώσεις βρίσκεται στο τιμόνι της εθνικής ομάδας που θα εκπροσωπήσει την Αγγλία στο mundial. Με τα όσα ευτράπελα συμβαίνουν απ' τη στιγμή εκείνη και μετά δεν θα ασχοληθούμε προς το παρόν. Αν θέλετε να τα μάθετε δείτε την ταινία όσοι δεν το έχετε ήδη κάνει. Θα γελάσετε τουλάχιστον...

Η σκηνή που μας απασχολεί σήμερα αποτελεί και την κορύφωση της ταινίας. Η ομάδα του Bassett αγωνίζεται με την Αργεντινή κι όποια απ' τις δύο κερδίσει περνάει απ' τον όμιλο στη φάση των 16. Εκεί γίνεται το απίστευτο... Λίγα λεπτά πριν τη λήξη ο Tonka (μορφή - κινηματογραφικό ανάλογο του ημίθεου Gascoigne) πετυχαίνει και τα δύο goal του Maradona: αρχικά ξεχύνεται από δεξιά κι αφού περνάει όλη την αργεντίνικη άμυνα πλασάρει δυστυχώς στο δοκάρι. Στην επαναφορά της μπάλας όμως αντί να πιάσει κεφαλιά σπρώχνει την μπάλα καταφανέστατα με το χέρι προς το τέρμα. Το γκολ μετράει, οι Άγγλοι πανηγυρίζουν έξαλλα (δείτε τις φωτό) και πλέον μπορούν να εκδηλώσουν την υπέρμετρη εθνική περηφάνια που φτάνει στο ζενίθ της μετά την νίκη επί του μισητού αντιπάλου.

Ένας αγώνας Αγγλίας - Αργεντινής έχει πάντα και πολιτικό υπόβαθρο που πηγάζει απ' τις γνωστές ιστορίες με τον πόλεμο για τα Falkland. Κι όταν οι δύο ομάδες αναμετρούνταν το 1986 όλα ήταν ακόμη νωπά. Ο knock-out αγώνας μεταξύ τους πέρασε στην ιστορία σαν κάτι παραπάνω από ένα κρίσιμο ματς. Πολιτικό υπόβαθρο έχουν και τα ματς ΗΠΑ - Ιράν που είδαμε 4 χρόνια πριν, τα Rangers - Celtic, τα Real - Barcelona, τα Γερμανία εναντίων όλων των μεγάλων κεντροευρωπαίων (:p). Γενικότερα το ποδόσφαιρο έχει πολεμικές δομές, πολεμική αφετηρία. Στρατιώτες, καμικάζι, σαμποτέρ, στρατηγοί απ' όλα. Και εννοείται ότι έχει με το πέρας της "μάχης" και ταπεινωμένους. Μια νίκη ή μια ήττα σε ένα κρίσιμο ματς μπορεί να φέρει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε (υποανάπτυκτες κυρίως) κοινωνίες. Στην Ελλάδα αυτό εκφράζεται με επεισόδια που απειλούν να βουλιάξουν πλεούμενα, στην Αγγλία με μαχαιριές, στην Βραζιλία με αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό, μέχρι και το ακραίο παράδειγμα του 1969 που Ονδούρες και Ελ Σαλβαντόρ μετά το τέλος του μπαράζ προέβησαν σε πολεμική σύρραξη (όχι επειδή δεν μπορούσαν να αντέξουν το αποτέλεσμα προφανώς - μάλλον για το θέαμα που προσέφεραν οι δύο ομάδες έγινε όλο το κακό :p).

Είναι προφανές λοιπόν ότι το πιο αγαπημένο σπορ των φιλάθλων, είτε είναι λαουτζίκος είτε ο Πρίγκηπας του Μονακό, έχει μια σπάνια κοινωνική δυναμική. Υπήρξαν επαναστατικά ρεύματα, μεταρρυθμίσεις, ιστορίες, λίγες όμως κατάφεραν να έχουν την επιρροή που ασκεί το διόλου ευγενές άθλημα στην πλειοψηφία των μαζών. Πολύ ορθή η άποψη ότι το ποδόσφαιρο εκμεταλλεύτηκαν τα διάφορα δικτατορικά καθεστώτα για να ρίξουν το βλέμμα της ανήσυχης κοινής γνώμη μακριά απ' τις αντιδημοκρατικές ενέργειές των. Κι εδώ έχουμε παραδείγματα όπως τον Παναθηναϊκό της "επταετίας" (μακράν η πιο δεξιά ομάδα στην Ελλάδα, σε όλα τους οι κερατάδες) και την Αργεντινή πάλι στο μουντιάλ που διοργάνωσε.

Πρέπει να λάβουμε όμως και υπ' όψιν μας το πόσο άμεσο και απτό είναι το ποδοσφαιρικό θέαμα και η ποδοσφαιρική πραγματικότητα σ' αυτόν που παρακολουθεί τα πράγματα... Η σύγκριση μεταξύ ποδοσφαίρου και θρησκείας, όπως προέκυψε και απ' την παράφραση της μαρξιστικής ρήσης περί παραισθησιογόνων ουσιών, είναι πέρα για πέρα άδικη... Όσο ισχυρότερος κι αν είναι ο θεσμός "θρησκεία" άλλο τόσο μακρινός κι άφαντος θα είναι κι ο εκάστοτε Θεός. Σκεφτείτε αφού τόσοι άνθρωποι ανά τους αιώνας διακήρυτταν την ανωτερότητα του ανύπαρκτου Θεού τους (δεν μπορεί όλοι αυτοί να ήταν υπαρκτοί όλο και κάποιος θα είχε άδικο ;), πόσοι μπορούν να αγωνιστούν και να παλέψουν για τους απόλυτα αληθινούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους και τις εθνικές ομάδες. Και τώρα που είπα εθνικές ομάδες, άλλο τροπάριο κι αυτό. Ο ρατσισμός όλου του κόσμου μπορεί να χωρέσει σε ένα διεθνή αγώνα! Φτάσαμε στο σημείο οι Γάλλοι ακροδεξιοί να αποδοκιμάζουν τους παίχτες της εθνικής τους στον τελικό επειδή δεν ήταν γηγενείς..!

Τέλος πάντων ας τα αφήσουμε αυτά, τα πέραν της θεωρίας είναι λίγο πολύ γνωστά στους φίλους του αθλήματος. Ας επιστρέψουμε στην αφετηρία... O Mike Bassett βιώνει το απίστευτο αυτό goal του Tonka με μια παρ' ολίγον καρδιακή προσβολή. Μαζί του ο Άγγλος σκηνοθέτης εκδικείται τους Αργεντίνους έστω και με φιφτίχ τρόπο. Και ο άνθρωπος το νιώθει, το 'χει πως το λένε... Έναν αμυντικό των αντιπάλων μάλιστα τον έχει ονομάσει Bastardo..! Ο διάσημος βρετανικός σωβινισμός, κατάλοιπο του βλαχο-σαξονικού που κυβερνά τον κόσμο, σε όλο του το μεγαλείο. Ολόκληρος κινηματογραφημένος σαν κανονική περιγραφή αγώνα με τα replay του και τους πανηγυρισμούς, αλλά πάντα με τη μία κάμερα στον πιο λογικό άνθρωπο μέσα σ' αυτή την θεοπάλαβη και πρωτότυπη κωμωδία τον αγαπημένο μας προπονητή. Πριν τον αγώνα βέβαια ο Steve Barron έχει φροντίσει να φτιάξει κλίμα αρχικά με τον γελοιοδέστατο αποκλεισμό της Σκοτίας (είπαμε καταντά σωβινισμός αυτό το πράγμα) και με μια αναδρομή στα (πραγματικά) παλιότερα παιχνίδια μεταξύ των δύο ομάδων - είναι όλα εδώ το goal του Owen, η κόκκινη του Beckham, ο Crespo και φυσικά ο Diego.

Φυσικά υπήρξαν πάμπολλες ταινίες που ασχολήθηκαν με το προσφιλές αυτό θέμα (η πιο πρόσφατη κι αξιόλογη που μου έρχεται στο μυαλό είναι το Football Factory για να μην φτάσουμε σε ακρότητες του τύπου O Airbud πάει στο μουντιάλ). Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες προέρχονται κι από τη χώρα που έφτιαξε το σπορ κι ο σκηνοθέτης του Bassett ίσως περισσότερο απ' την κάθε μία κατάφερε να δείξει τι είναι συνολικά το ποδόσφαιρο για τον μέσο Άγγλο φίλαθλο. Και μ' αυτή τη σκηνή καταφέρνει να βγάλει κι ένα μέρος απ' την παρανοϊκή παραφιλολογία που κατατρέχει ένα θεσμό που κάποιοι θέλουν να τον χαλάσουν και να τον κάνουν "γιορτή". Τα συμφέροντα που διακυβεύονται σε κάθε διοργάνωση είναι πάρα πολύ μεγάλα για να "εκφυλιστεί" η μπάλα σε ένα απλό και διασκεδαστικό παιχνίδι. Και η εθνική περηφάνια είναι ένα απ' αυτά. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η Αργεντινή γίνεται το πρώτο θύμα της Αγγλίας στο mundial (X με Αίγυπτο και ήττα 4-0 απ' το Μεξικό αν έχετε το Θεό σας)... Το καλό στην προκειμένη περίπτωση με το σινεμά είναι ότι μπορείς να ξαναγράψεις την ιστορία όπως θες εσύ...

Αυτά προς το παρόν, λίγο συμπυκνωμένα και λίγο μπερδεμένα τα πράγματα για μια παμπόνηρη σκηνή. Επανερχόμαστε το δυνατόν συντομότερα με μια ιστορική σεκάνς - μουσικό πανδαιμόνιο απ' το Delicatessen των Jeunet και Caro...

(The Movies Cult 14-07-06)

"Behind" the Scenes: Fight Club


"Behind" the Scenes μέρος δεύτερο με μια σκηνή από μια ταινία που εκτίμησε η μεγαλύτερη μερίδα του κινηματογραφικού κοινού, είτε αυτή προέρχεται από τους υποψιασμένους σινεφίλ είτε απ' τον ψυχαγωγούμενο μέσο όρο. Το Fight Club είναι γεμάτο από σκηνές που χρίζουν ανάλυσης αλλά, παραδόξως, αυτή που θα μας απασχολήσει βρίσκεται στην αρχή της ταινίας, πριν καν εμφανιστεί κανονικά ο θρυλικός πια Tyler Durden. Πρόκειται για τη σεκάνς στην οποία βλέπουμε τον εξαιρετικό πρωταγωνιστή Edward Norton, να επιπλώνει το σπίτι του παραγγέλνοντας λίγο πολύ ολόκληρες σελίδες από τον τιμοκατάλογο των IKEA (εντελώς τυχαία οι Αμερικάνοι το προφέρουν "οικία", ενώ εμείς το λέμε "ικέα"...).

Ο μύθος θέλει τα έπιπλα των ΙΚΕΑ να είναι τόσο φτηνά επειδή τα κατασκευάζουν οι φυλακισμένοι στις σουηδικές φυλακές (αυτό και να συνέβαινε φαντάζομαι ότι πλέον δεν ισχύει). Λέγεται επίσης ότι ο ιδιοκτήτης της, παγκόσμιας πια, αλυσίδας καταστημάτων,o κος Ingvar Kamprad, είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου, ξεπερνώντας τον Bill "Microsoft" Gates. Στην πορεία του για την κορυφή θεωρείται ότι καταπάτησε ηθικές και πολιτισμικές αξίες, αφού μέχρι και ανάμειξη με τους ναζί του έχει αποδοθεί, ξέχωρα απ' τα ιστορικά κτίρια που έγιναν parking στα γιγαντιαία καταστήματά του. Ο κύριος Kamprad λοιπόν έζησε το απόλυτο καπιταλιστικό όνειρο, ξεκίνησε απ' το τίποτα κι έφτασε στην κορυφή.

Ο Edward Norton στην αρχή της ταινίας ζει κι αυτός το δικό του καταναλωτικό παραμύθι (ο καταναλωτισμός έννοια άμεσα συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό). Η σκηνή που εξετάζουμε είναι ένα ψηφιακά επεξεργασμένο πλάνο που δείχνει το κάθε έπιπλο στο μικροαστικό σπίτι του πρωταγωνιστή με την περιγραφή και την τιμή του στον κατάλογο των IKEA. Ουσιαστικά αποτυπώνεται ο τρόπος που σκέφτεται ο ανεξάρτητος Norton. Κάθε του κίνηση και κάθε προσπάθεια γίνεται για να βελτιώσει την εικόνα (και την αξία) του σπιτιού. Χαρακτηριστικά στη συνέχεια αναφέρει ότι αυτό το δώμα ήταν όλη του η μέχρι τότε ζωή. Φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι καθ΄όλη τη διάρκεια της ταινίας ο χαρακτήρας του Norton παραμένει ανώνυμος. Μέσα απ' την εισαγωγή και τις απόψεις του περί ευτυχίας ο ήρωάς μας γίνεται ένα καθολικό σύμβολο αντικατοπτρίζοντας το πιο ενεργό και ταυτόχρονα ασήμαντο κομμάτι της κοινωνίας. Αυτούς που σαν προβατάκια ψηφίζουν, αγοράζουν και σκέφτονται για να αποκτήσουν έναν κόσμο που δεν μπορούν να έχουν. (Αν θεωρείς τον εαυτό σου έναν απ' αυτούς τότε σταμάτησε να διαβάζεις εδώ...)

O σκηνοθέτης David Fincher ποτέ δεν ήταν αυτό που λέμε αντικαπιταλιστής ούτε μπορεί να αναπαράγει στο ακέραιο τις απόψεις του Chuck Palahniuk. Ανήκει σε μια γενιά σκηνοθετών που καλώς ή κακώς ξεκίνησαν να φτιάχνουν video clips και έμαθαν να φτιάχνουν ταινίες σε συγκεκριμένες στουντιακές φόρμες, ενταγμένοι απόλυτα στην παραγωγική διαδικασία (κάτι που αποδεικνύεται κι απ' τις περισσότερες ταινίες του). Αλλά... ΝΑΙ το Fight Club είναι μια αντικαπιταλιστική ταινία, ΝΑΙ είναι το μοναδικό τόσο εύστοχα ακραίο σχόλιο που είδαμε στο σύγχρονο Hollywood, ΝΑΙ έχει λόγο και αιτία ύπαρξης σε μια κοινωνία που δύσκολα μπορεί να το αφομοιώσει, αλλά πάνω απ' όλα έχει αφορμές που η σημαντικότερη βρίσκεται στην σκηνή με τα ΙΚΕΑ. Αν στην υπόλοιπη ταινία ο Fincher δείχνει έναν κάποιο τρόπο απέναντι στην καπιταλιστική φρενίτιδα και τα αποτελέσματά της, τότε εδώ βρίσκεται η αρχή της παράνοιας. Ο πρωταγωνιστής οδηγείται στη σχιζοφρένεια επειδή δεν μπορεί να αντέξει τη ζωή του κλεισμένη σε 4 άσπρους τοίχους, αιχμάλωτος ενός καταλόγου (και κατ' επέκταση του καπιταλισμού). Έχει μετατραπεί σε ένα παρά φύσιν ον (είμαι σίγουρος ότι όποιος έφτιαξε τον άνθρωπο δεν τον έκανε καταναλωτή) και πλέον χρειάζεται κάτι πολύ δραστικό για να ξεφύγει απ' την όλη κατάσταση (όπως λίγο οξύ στο χέρι).

Χρησιμοποιώντας λοιπόν τα ΙΚΕΑ στην αρχή (τα Starbucks και το σαπούνι στη συνέχεια, διάφορα καταστήματα και τους ουρανοξύστες στο τέλος) σαν σύμβολο για να προσδιορίσει τον ένοχο στις σύγχρονες κοινωνίες ο Fincher είναι πλέον έτοιμος να αποδομήσει τον καπιταλισμό. Τα ακραία μέτρα που λαμβάνει ο Tyler Durden παραδόξως βρίσκουν ανταπόκριση σε μεγάλη μερίδα του κοινού και το πρόγραμμα Χάος παίρνει μπροστά. Το θέμα πια είναι που μας οδήγησαν τα ΙΚΕΑ... Η σκηνή που εξετάζουμε είναι το σημείο μηδέν. Ground Zero. Το πιο κάτω δεν πάει. Στην ταινία η διπλή φύση του πρωταγωνιστή λειτουργεί και σαν επιλογή απ' το θεατή της στάσης που θα επιλέξει. Τον Norton η κατάσταση τον οδηγεί να αναπτύξει μέσω του Durden μια φασίζουσα ιδεολογία με σκοπό να καταστρέψει κάθε τι καπιταλιστικό. Κι ο φασισμός που εφαρμόζεται απ' το Project Chaos έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την Αναρχία που δηλώνει η αφίσα. Δυστυχώς για μένα, ευτυχώς για τους πολλούς η αναρχία δεν μπορεί να προκύψει αν έχεις φτιάξει το δωμάτιό σου ακριβώς όπως το είδες στον κατάλογο. Αντίθετα μπορεί να προκύψει ο απόλυτος φασισμός. Σε μια κοινωνία που ο Kamprad σε κάνει να αγοράσεις ότι θέλει, η χαλιναγώγηση απ' τον κάθε Durden είναι παιχνιδάκι. Στο τέλος ο φασισμός παίρνει την μορφή του (κατά τεκμήριο ομορφότερου άντρα στον κόσμο) Brad Pitt (φοβερό υποκριτικό εύρημα -αλά Exupery- δεν βρίσκετε;).

Σ' όλη την υπόλοιπη ταινία λοιπόν, ο Fincher βάζει τους λογοτεχνικούς του ήρωες να μάχονται το ορατό μα ύπουλο κακό. Ένα κακό φτηνό κι ωραίο στην όψη (δεν είπε κανείς ότι τα ΙΚΕΑ έχουν άσχημα πράγματα). Μην ξεγελιέστε απ' τους καταλόγους γιατί τα αποτελέσματα τα είδατε ποια μπορεί να είναι... Κάπως ακραία η θεώρηση των πραγμάτων στο Fight Club, αλλά πέρα για πέρα ειλικρινής κι εύστοχη. Κάτι ανάλογο κατά τη γνώμη μου ήθελε να πετύχει κι ο Scorceze με το περίφημο πλέον Taxi Driver, σε διαφορετικό βέβαια επίπεδο, να καταδείξει την μετά-ΝΑΜ αμερικανική κοινωνία σαν υπεύθυνη για την φασιστική συμπεριφορά του ήρωα (μέγας καπιτάλας κατά τα άλλα ο Martin). Και το ευχάριστο είναι πως εδώ ο Fincher το κάνει με σαφώς καλύτερο και πιο ολοκληρωμένο τρόπο.

Αφού λοιπόν δείτε την ταινία μένει να δείτε τις δικές σας επιλογές σε καταναλωτικό επίπεδο. Αν μαγεύεστε απ' τους καταλόγους και το σπίτι σας μοιάζει μ΄αυτό του Edward Norton τότε έχετε πάνω από ένα λόγο ν' ανησυχείτε...

Υ.Γ. 1: Ειρωνία; Όση ώρα έγραφα το κείμενο μια αιθέρια ύπαρξη δίπλα μου έπαιζε Sims...
Υ.Γ. 2: Το ότι διάβασες το κείμενο δεν σημαίνει ότι δεν είσαι θύμα. Κι εγώ κι εσύ και όλοι μας είμαστε δέσμιοι της κατάστασης είτε το αποδεχόμαστε είτε όχι...

(The Movies Cult 22-05-06)

"Behind" the Scenes: Once Upon a Time in America


Έμελλε το πρώτο μου άρθρο για το ρημαδιασμένο μας site να είναι γι' αυτή τη στήλη (που μ' αυτό το κείμενο εγκαινιάζεται) κι αυτή τη φορά δεν μιλάμε για φάρσα... Την πρώτη σκηνή για την οποία θα μιλήσουμε δεν ήταν δύσκολο να τη σκεφτώ. Όλα ξεκίνησαν όταν έψαχνα τους backup φακέλους που δημιουργώ στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου πριν από κάθε format. Σ' έναν απ' αυτούς υπήρχε ένα και μοναδικό αρχείο με το όνομα DeNiro's Smile. Ήταν ένα απ' τα εκατομμύρια screenshots που κρατάω στις τελετουργικές κατ' οίκον προβολές μου (εν προκειμένω απ' το Once Upon a Time in America φυσικά). Τότε γεννήθηκε κι η ιδέα όχι μόνο γι' αυτό το κείμενο αλλά και για όλη τη στήλη γενικότερα.

Η δύναμη της εικόνας... Ένα απλό screenshot κι εφτά δισεκατομμύρια σκέψεις! Είναι αλήθεια ότι μερικοί δημιουργοί ήξεραν να φτιάχνουν καλύτερες σκηνές από κάποιους άλλους. Άλλοι ίσως έκαναν καλύτερες ταινίες αλλά γι' αυτούς έχουμε και τα reviews. Εδώ αναζητούμε τις στιγμές εκείνες σε μια ταινία που ίσως μας αφήνουν μ' ανοιχτό το στόμα ή σκαλίζουν επίμονα τα αυλάκια του μυαλού. Ίσως μας προτείνουν το νέο και το διαφορετικό ή μας προκαλούν και μας τρομάζουν. Πάντα θα τις προσδιορίζουμε ως επιτεύγματα. Το ερέθισμα για όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι οπτικό, ακουστικό ή λεκτικό, διακρίσεις δεν κάνουμε. Αυτό είναι και το προτέρημα του κινηματογράφου σε σχέση με τις άλλες μορφές έκφρασης, όπως επίσης και η αιτία που οδήγησε τους θεωρητικούς στα πρώτα του βήματα να μην το συμπεριλάβουν στι τέχνες... Ξέρω ότι το παρακάνω αλλά αφήστε με να πλατιάσω λίγο, είπαμε πρώτο άρθρο είναι αυτό...

Άλλωστε θέματα καθαρά θεμελιώδη για τον κινηματογράφο θίγει και η σκηνή που επιλέξαμε για το ντεμπούτο της στήλης. Έχουμε να κάνουμε με ένα απ' τα διασημότερα φινάλε όλων των εποχών. Δράστης ένας εξαίρετος σκηνοθέτης, ο Sergio Leone, που στο κύκνειο άσμα του, στην τελευταία σκηνή της καριέρας του, έθεσε το πλέον βασανιστικό ερώτημα στους θεατές. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η ταινία ξεκινά με τον Robert DeNiro να μπαίνει σε έναν τεκέ. Μαζί με τη μαστούρα του έρχονται και οι αναμνήσεις, που ξεκινάν απ' τα παιδικά του χρόνια και φτάνουν στο σήμερα του φιλμ όπου ενήλικας πια βλέπει τον James Woods να αυτοκτονεί. Ολόκληρη η αφηγηματική πράξη διακατέχεται από μια νοσταλγία για στιγμές που χάθηκαν και δεν θα ξανάρθουν, για τον Noodles και για τον Max του παρελθόντος. Αυτά μέχρι να φτάσουμε στο αινιγματικό φινάλε. Ο DeNiro βρίσκεται ακόμη ξαπλωμένος στον τεκέ και ρίχνει ένα τίγκα στο όπιο χαμόγελο! Εδώ είναι που τίθεται το ερώτημα υπήρξε άραγε το παρελθόν που αφηγήθηκε ο Leone ή όλα όσα βλέπαμε ήταν παράγωγα του οπίου;

Παλιότερα πετύχαινα αρκετά συχνά στην ΕΤ3 ένα ντοκιμαντέρ που έχει να κάνει με το Leone (επρόκειτο για μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά που σε κάθε της επεισόδιο είχε διάφορους γνωστούς ανθρώπους του κινηματογράφου να μιλούν για ένα διαφορετικό σκηνοθέτη.). Εκεί λοιπόν υπήρχε και μια συνέντευξη στην οποία αναφερόταν οι πρώτες αντιδράσεις των δημοσιογράφων που βρέθηκαν στην πρώτη προβολή της ταινίας. Οι περισσότεροι δήλωναν μαγεμένοι απ' τα όσα είδαν και τότε ήταν που ένας εκπρόσωπος του τύπου πλησιάζει κάποιον απ' τους συντελεστές και ρωτάει στο τέλος γιατί χαμογέλασε ο DeNiro. Μόλις κατάλαβε ποια θα ήταν η απάντηση αποχώρησε αναφωνώντας "No, no, no" (δεν πιστεύω να θέλετε μετάφραση :p). Αν και 20 και κάτι χρόνια μετά η ταινία μοιάζει πλέον ένα πρώτης διαλογής gangsterικό δράμα και τίποτε παραπάνω το φινάλε παραμένει το πιο δυνατό της σημείο. Δεν είναι και λίγο πράγμα να καταλαβαίνεις ότι τα όσα παρακολούθησες τις προηγούμενες δύο και ώρες ήταν παραλογισμοί στο μυαλό ενός μαστουρωμένου! Αυτό που λέμε τώρα είναι πολλοί που δεν το αποδέχονται, θεωρούν δηλαδή ότι όντως ο πρωταγωνιστής στη χαλάρωσή του επάνω θυμάται τις ιστορίες απ' τα παιδικά του χρόνια. Δεν διαφωνώ πως είναι έτσι γυρισμένο το φινάλε που ο καθένας μπορεί να πιστέψει αυτό που επιθυμεί εκείνη τη στιγμή. Αλλά απ' όποια μεριά κι αν το εξετάσουμε ο Leone απλά μας σέρβιρε ένα παραμυθάκι. Και μπράβο του στην τελική, γιατί έμοιαζε τόσο ωραίο που μερικοί θα ήθελαν να ήταν αληθινό και δεν μπορούσαν να πιστέψουν το αντίθετο, όπως ο δύσμοιρος ο δημοσιογράφος.

Τεχνικά η σκηνή (απ' τις trademark του Ιταλού σκηνοθέτη) είναι απλά ένα extreme close up (ένα Sergio Leone πλάνο όπως το ονόμαζε ο Tarantino στο αφίερωμα που λέγαμε πριν) στο πρόσωπο του Robert DeNiro. Αυτό νέτο σκέτο, στεγνό. Δεν είχε καν την ένταση που είχαν ανάλογα πλάνα του στα φημισμένα του western. Και είναι θαυμαστό ότι μέσα απ' αυτή την απλότητα ξεπήδησε αυτό το δίλλημα κι αυτή η ανατροπή. Το τέχνασμα του αποστομοτικού φινάλε που ανατρέπει όλα όσα έχουμε δει προηγουμένως δεν ούτε η πρώτη ταινία που το χρηισμοποίησε ούτε η μοναδική. Ήταν απλά αυτή που το έκανε με τον πιο αποτελεσματικό και λιτό τρόπο. Θα μπορούσε να μην υπάρχει καν μουσική.

Ήταν ίσως κι η μοναδική ταινία που σε έκανε να θεωρήσεις την ανατροπή στη βάση του σινεμά. Η κωλοτούμπα που γίνεται στο σενάριο δεν αφορά τον πρωταγωνιστή αφορά το θεατή και μόνο. Ο ήρωας στη οθόνη δεν βιώνει κάτι το μη αναμενόμενο γι' αυτόν αφού βρίσκεται υπό την επήρεια ουσιών εν πλήρη γνώση του. Ο θεατής απ' την άλλη αρχίζει και το σκέφτεται το πράγμα: Κοντά τρεις ώρες για το τίποτα. Όλα όσα είδα ήταν ένα ψέμα (αυτό ακριβώς απέφυγαν να νιώσουν οι υπέρμαχοι της άποψης περί πραγματικής αφήγησης). Μα μήπως κι ότι συμβαίνει σε κάθε ταινία που βλέπω ψέματα δεν είναι; Όλα στημένα και σκαρφίσματα κάποιου μυαλού. Το μόνο που διαφέρει είναι οι συνθήκες καθώς σε μια οποιαδήποτε ταινία όλα τα φτιάχνει το μυαλό του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου ενώ στο Once Upon το μυαλό του πρωταγωνιστή. Στο σινεμά τα μέσα είναι οι φακοί και η κάμερα, για τον Noodles (αν υπήρξε ποτέ) είναι το όπιο. Όλα αυτά μας οδηγούν πίσω στην αφετηρία τότε που πρωτοαντικρίσαμε αυτήν την μοναδική ψευδαίσθηση της πραγματικότητας που αποτελεί ο κινηματογράφος. Αν οι θεατές δεν ήταν δεκτικοί στα ψεύτικα λειτουργήματα των σκηνοθετών τότε όντως ο δεν θα υπήρχε 7η τέχνη θα ήταν μόνο 6. Όμως, αν και καλοί δέκτες, οι περισσότεροι απ' το κοινό δεν μπορούν να αντέξουν την ιδέα ότι τους ξεγελούν οι φτιαχτές εικόνες όπως έκανε κι ο Leone με την ταινία του.

Το χαμόγελο στο τέλος του Once Upon a Time in America έχει λάβει διάφορους χαρακτηρισμούς. Ειρωνικό, σαρκαστικό, μαστουρωμένο... Ανάλογα με το πως το έβλεπε κανείς συχνά έφτανε και σε διαφορετικά συμπεράσματα για το στόρι. Δεν παύει δηλαδή σε καμία περίπτωση να είναι η πιο σημαντική σκηνή της ταινίας. Απ' τα παραπάνω που γράψαμε προκύπτει ότι στην πραγματικότητα πίσω απ' τον ηθοποιό που χαμογελάει, είναι ο Leone που κλείνει το μάτι προκαλώντας μας να σκεφτούμε τι είναι πραγματικό και τι όχι αλλά και τι απ' τα δύο αξίζει πιο πολύ. Όλ' αυτά ξαναλέγω είναι κάτι παραπάνω από μια προσωπική εκτίμηση για μια ιστορική σε κάθε περίπτωση σκηνή. Γι' αυτό το επίτευγμα όπως λέγαμε και στην αρχή. Σίγουρα σ' αυτές τις περιπτώσεις το ιδανικό (και το μόνο που μας βοηθά) για την κατανόηση είναι να ξέρουμε τι ακριβώς είχε στο μυαλό του ο δημιουργός. Κι αφού δυστυχώς ο Leone μας άφησε χρόνους, όλοι μπορείτε να αφήσετε τα δικά σας συμπεράσματα στο thread που βρίσκεται στο link παρακάτω...



(The Movies Cult 09-05-06, και προφανώς το link εδώ δεν υπάρχει)

"Behind" the Scenes

Τα "Behind" the Scenes είναι μια σειρά άρθρων που σαν στόχο έχει να θυμίσει στον αναγνώστη σκηνές από αγαπημένες (ή μη) ταινίες. Δεν μιλάμε βέβαια για μια απλή αναφορά... Μέσα από πλήρη υποκειμενικότητα, ο γράφων θα προσπαθεί να δώσει κάθε φορά τη δική του θεώρηση για τα επί (κινηματογραφικής) σκηνής τεκταινόμενα. So... here we go!

(Σοβαρή υποσημείωση: τα κείμενα ίσως να μην ενδείκνυνται για όσους δεν αντέχουν τα spoilers!)

...Ο παραπάνω πρόλογος συνόδευε κάθε κείμενο της πειραματικής στήλης και δεν θα μπορούσα ακόμη και τώρα να περιγράψω καλύτερα την ουσία των "Behind" the Scenes. Αφού λοιπόν αναδημοσιεύσω εδώ τα τρία + ένα προηγούμενα άρθρα, η στήλη θα συνεχιστεί προς το παρόν από δω. Δυστυχώς η φύση των "Behind" είναι τέτοια που η μορφή και η παρουσίαση στο blog είναι άβολη (συνήθως συνοδεύονται από πλήθος φωτογραφιών), τι να κάνουμε όμως, μέχρι να τους βρω καινούργια στέγη ας αρκεστούμε σ' αυτό.

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2007

Sugartown: Οι Γαμπροί


Στη Ζαχάρω της Ηλείας ο νεοεκλεχθής δήμαρχος καλείται να κάνει πράξη τα όσα υποσχέθηκε προεκλογικά και να φέρει νύφες από μια κάποια χώρα της Ανατολικής Ευρώπης ώστε να αποκατασταθούν οι, πλειοψηφούντες σε σχέση με το γυναικείο πληθυσμό, άντρες της πεεριοχής. Η κατάλληλη γυναικοδότης πόλη ανακλύπτεται τελικά στη Ρωσία και ετσι "τρεις μοντέρνοι αργοναύτες" ξεκινούν το βόρειο ταξίδι τους προς αναζήτηση συντρόφου. Όταν επιλέξουν ποια τους κάνει και ποια έρχεται η σειρά των διαλεγμένων και λοιπών ενδιαφερομένων γυναικών να κατέβουν στη Ζαχάρω για να πάρουν κι αυτές τις αποφάσεις τους. Οι γαμπροί δεδομένα θέλουν αλλά θα θέλουν και οι νύφες;

Αν και φιλμαρισμένο σαν ντοκιμαντέρ το Sugartown βλέπεται μόνο σαν κωμωδία (χωρίς αυτό να είναι κακό). Ευγενείς οι προθέσεις του σκηνοθέτη Κίμωνα Τσακίρη να καταγράψει το αξιοπερίεργο και κωμικό απ' τη φύση του γεγονός, πράγμα που πράττει με απόλυτη αντικειμενικότητα, αλλά μπροστά στην προκλητικά αστεία και τσαχπίνκη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών του μένει κι αυτός να στήνει απλά πλάνα αφήνοντας τους Ζαχαριώτες να δράσουν.

Το πρώτο (και μοναδικό) πράγμα που αξιοποιεί ο Τσακίρης στην ταινία του είναι η απόδοση της κατάντιας της ελληνικής επαρχίας. Την έχω ζήσει και την ξέρω, αν δεν ήταν η Ζαχάρω με τον "προοδευτικό" της δήμαρχο (τα μάθαμε και για εσάς δήμαρχε...) θα μπορούσε να ήταν ο τιμημένος Παγώνδας και το Πυθαγόρειο (εδώ ούτε κουβέντα για τους διοικούντες και ειδικότερα για τους δημοτικούς συμβούλους), η Κωλοπετινίτσα ή οποιοδήποτε άλλο μεγαλοχώρι. Άλλωστε αυτήν την κατάντια την τονίζουν και με την αυτοψία τους οι Ρωσίδες, ήρθαν, είδαν και απήλθαν επειδή πολύ απλά θεώρησαν ότι το πρόβλημα δεν είναι οι γυναίκες που δεν γενιούνται αλλά ότι δεν θα άντεχαν να ζήσουν στη Ζαχάρω. Και όντως αν δει κανείς την δική τους επαρχία σε σχέση με την χειμωνιάτικη μιζέρια της Ηλείας (το καλοκαίρι όλα αλλάζουν) θα το διαπιστώσει και ο ίδιος. Άσε που τελικά οι νύφες αποδεικνύονται κάτι πολύ ανώτερα απ' αυτό που περίμενε το δικό μας εξαγώγιμο προϊόν... Όχι τίποτ' άλλο η υποτιμητική στη βάση της ιδέα (εδώ τσιμουδιά ο Τσακίρης) έμοιαζε σίγουρο χαρτί σύμφωνα με τις δηλώσεις του δημάρχου, τέτοια είναι η κοντοφθαλμιά των αιρετών σήμερα. Γενικότερα αν και γι' αυτό που κάνει, ένα μικρό ντοκιμαντέρ για το αξιοπερίεργο που ούτε ο Ripley δεν θα μπορούσε να φανταστεί, ο τρόπος του σκηνοθέτη θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κινηματογραφικά υποδειγματικός. Για τα όσα προκύπτουν όμως κατά τη διάρκεια (και φαντάζομαι και ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν τα περίμενε ολ' αυτά) καταντάει ένας ανεπαρκής κάμεραμαν που όμορφα και απλά κάθεται και κινηματογραφεί τα τεκτενόμενα.

Τουλάχιστον οι χαρακτήρες που εμφανίζονται στη οθόνη τον και μας αποζημιώνουν. Η Ζαχάρω θα μπορούσε να είχε πάρει το όνομά της από τους γλυκύτατους ανθρώπους που κατοικούν εκεί (κορυφαίοι ο Νώντας και η γιαγιά που πάει στην κηδεία). Τα λόγια περιττέυουν και για το πρωταγωνιστικό τρίο τον χορευταρά Κώστα, τον παραπονιάρη Νώντα ή αλλιώς Καντάφι και τον πρώτο homme-fatal στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου τον Ευθύμη (αν θυμάμαι καλά το όνομα του συγκλονιστικού αυτού θεοσκότεινου χαρακτήρα). Άλλη ιστορική μορφή ο Υπεύθυνος Πολιτισμού και Δημοσίων Σχέσεων του Δήμου Ζαχάρως ένας σπάνιος άνδρας που κάθε φορά που αποφασίζει να μοιράσει λίγη απ' τη σοφία του οι υπότιτλοι κρίνονται απαραίτητοι. Κρίμα πάντως που η ιστορία τους δεν έχει αίσιο τέλος αφού και η ταινία βάση του χαρακτήρα της άξιζε ένα happy end (οι τελευταίες σκηνές δεν πείθουν σε σχέση με τη νκατάντια που λέγαμε) και το ελληνικό σινεμά θα αποκτούσε αυτόματα το δικό του αυθεντικό rat pack. Και στην τελική κάποιοι και κάποιες θα βολευόταν, αφού πριν σκεφτείτε οι κακεντρεχείς για τι ποιότητας θα ήταν οι νύφες (είπαμε αποδείχθησαν εξαιρετικής) ο Καντάφι έχει βάλει τα πράγματα στη θέση τους: "Γέμισα τόσα χρόνια τον κουμπαρά μου και θέλω έναν άνθρωπο να έρθει να τα φάμε"...

Δείτε πάντως το Sugartown γιατί τουλάχιστον θα γελάσετε (και θα λέτε ότι είδατε και το Ά Κρατικό στα ντοκιμαντέρ :p). Θα μπορούσε να ήταν καλύτερο αλλά δεν βαριέσαι...

Βαθμός:
4
ΥΓ. Δήμαρχε εκείνες τις καρέκλες ελπίζω να τις έχεις αλλάξει απ' το γραφείο σου...

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2007

Ο Βαθμός ως πρόβλημα και όχι ως αριθμός

Βαθμολογείται η τέχνη; Όχι κατά την άποψή μου. Μπορείς να αξιολογήσεις (κι αν θες να να μετατρέψεις την κρίση σου σε βαθμό) ορισμένα τεχνικά κυρίως κομμάτια μιας ταινίας ή ενός δίσκου ή ενός βιβλίου, αλλά το θέμα, το υπόβαθρο, τον προβληματισμό, την άποψη, την πολιτική, την ψυχολογία και όλα τα λοιπά σημαντικά πως να τα βαθμολογήσεις...

Ξεκινάμε με το προφανές: το γούστο του καθενός είναι έννοια υποκειμενική και καθένας έχει δικαίωμα να του αρέσει και να βλέπει ό,τι θέλει. Επίσης έχει το δικαίωμα να βαθμολογεί με τα απόλυτα δικά του κριτήρια όπως θέλει. Όταν όμως θα μοιραστεί τον βαθμό του με κάποιον άλλο, όπως για παράδειγμα ένα περιορισμένο ή μεγάλο αναγνωστικό κοινό αυτό το κοινό πρέπει να κατανοεί τι σημαίνει ο αριθμός που μπαίνει στο τέλος του κειμένου ή στον πίνακα με τα αστεράκια. Διαφορετικό είναι το δικό μου 6 και διαφορετικό ενός άλλου. Ακόμη χειρότερα διαφορετικό είναι να βάζεις σε μια ταινία 6 και διαφορετικό 3 αστεράκια. Κι ακόμη χειρότερα ακόμη και για το ίδιο άτομο 6 με 6 έχουν διαφορά.

Για παράδειγμα, ας πάρουμε τα όσα έχω ανεβάσει στο blog μέχρι τώρα. 6/10 για το Apocalypto, 6/10 και για το Prestige. Καμία σχέση οι δύο ταινίες (σαν σινεμά ο Gibson ήταν με την νέα του ταινία πολύ πιο πάνω απ' τον απλοϊκό Nolan). Τι γίνεται όμως και παίρνουν και τα δύο τον ίδιο βαθμό; Για το Prestige έχοντας σαν βάση το 5, ότι δηλαδή θα έπαιρνε μια καθ΄όλα μέτρια ταινία, ο σκηνοθέτης μας έδωσε κάτι που σίγουρα είναι πάνω από το μέτριο αλλά σίγουρα δεν είναι και κάτι το πολύ καλό ή το εξαιρετικό. Για το Apocalypto έχοντας δει μια πολύ καλή ταινία, που σαν κατασκευή παίρνει άριστα αρχίζω και κόβω για τα όποια σκοτεινά της σημεία και τις όποιες εμμονές του σκηνοθέτη δεν με βρίσκουν σύμφωνο, έτσι φτάνουμε κι εκεί στο 6. Ρηχό αλλά καλοφτιαγμένο φιλμ το πρώτο, εντυπωσιακό αλλά ελλειπές στους βαθείς προβληματισμούς του το δεύτερο. Και φυσικά κατ' εμέ ο θεατής πρέπει να προτιμήσει το δεύτερο. Το λογικό θα ήταν γνωρίζοντάς τα εγώ όλ' αυτά να έκανα από πριν τη σύγκριση και να έβαζα στον Gibson το κατιτίς παραπάνω ώστε να αποφύγουμε και το μπέρδεμα του παραδείγματος. Αλλά τότε πέφτω στην σύγκριση με μια άλλη ταινία που θα έχει πάρει 7 ή 6.5, ή αν έβαζα 5 στο Prestige το αδικώ σε σχέση με τα άλλα πεντάρια που έχω δώσει.

Ακόμη πιο ακραίο 6 και στο Lake House, που εδώ και μόνο με το να τολμήσω σύγκριση με τα παραπάνω θα γίνω γελοίος αφού το γλυκερό Έρωτας Δίχως Παρόν στη βάση του είναι μάλλον μπαρούφα παρά έναν βαθμό πάνω από το μέτριο. Τι συνέβη και πήρε η ταινία 3/5; Εκεί ο βαθμός ήταν ενταγμένος στο ομοιόμορφο σύστημα που απαιτείται να έχει το μέσο, στην προκειμένη ένα site για τον κινηματογράφο. Δεν μπορεί κριτικές που φέρουν την υπογραφή του ίδιου μέσου να λένε τα ίδια πράγματα για μια ταινία και να διαφέρουν 3 μονάδες στο βαθμό, είναι απόλυτα λογικό αυτό. Το Lake House ήταν ίσως το μοναδικό review που προσπάθησα να αξιολογήσω όπως θα έκαναν και οι περισσότεροι cultists. Το 6 όμως στη δική μου λογική είναι ένας καλός βαθμός, σε κάποιου άλλου είναι ένας μέτριος, σε κάποιου τρίτου ένας κακός. Και ο βαθμός σ' αυτήν την περίπτωση έχει μπει από μένα που προσπαθούσα με ιδιαίτερη αποτυχία να χρησιμοποιήσω την λογική κάποιου άλλου. Να λοιπόν άλλος ένας παράγοντας μετά τις μπακαλοεκτιμήσεις μου...

Πάμε και στον σημαντικότερη παράμετρο όλων. Βιώματα και απόψεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα 5 στο Ζ. Είναι προφανές γιατί όλοι σπεύδουν να υμνήσουν και να δεκαροδοτήσουν την ταινία του Γαβρά, τα γράφω και στo review άλλωστε, αλλά τα δικά μου πιστεύω συγκρούονται με αυτά που πηγάζουν απ' την ταινία και με την αντιμετώπιση που επιφυλάσσει η επιτυχημένη ταινία για ένα ιστορικό πρόσωπο. Τα 'χει αυτά η μαχόμενη αριστερά Κώστα μου. Δεν περιμένω από κανέναν να με ακολουθήσει σ' αυτή την αξιολόγηση αλλά οι περισσότεροι όταν είδαν το πεντάρι άρχισαν τις φωνές, χωρίς ως απεδείχθη να έχουν διαβάσει τα παραπάνω. Δεν αντιλέγω στο να με κράξει κάποιος για ένα βαθμό που δεν συμφωνούμε αλλά τουλάχιστον διάβασε και το γιατί τον έβαλα ρε μάστορα. Όπως βαθμολόγησα εγώ το Ζ ανάλογα μπορεί να πράξουν όλοι εις βάρος ή προς όφελος της ταινίας. Για παράδειγμα ο φίλτατος συνάδελφος nonickname που θέλει να παντρευτεί τον Spacey του έβαλε καλό βαθμό στο αδύναμο Beyond the Sea και το έγραψε και μόνος του από κάτω. Προσωπική αδυναμία.

Έλα μου ντε που τη σήμερον ημέρα έχει καθιερωθεί το κρίνειν δια της βαθμολογίας. Ο πολύς ο κόσμος ως είναι λογικό διαλέγει και κρίνει με μια γρήγορη ματιά απ' τους βαθμούς που συνήθισε να διαβάζει ή έχει διαλέξει ως αξιόπιστους. Στην μαζική αντίληψη μάλιστα η γενικότερη μετριοπάθεια έχει απαγορέψει στην συνήθως χρησιμοποιούμενη κλίμακα του 10 τους βαθμούς απ' το 1 ως το 4, το 5 δεν είναι βάση αλλά ο πάτος και από 'κει και πάνω βαθμολογούμε. Για πολλούς επίσης το 10 έχει απαγορευτεί (το παίρνει ο Θεός που μας λέγαν στο σχολείο). Οι περισσότερες βαθμολογίες της νέας γενιάς λοιπόν παίζουν μεταξύ 5-9 κι αφού 5 τα περιεχόμενα ψηφία, το σύστημα με τα 5 αστεράκια μοιάζει ορθότερο. Και όντως λειτουργεί καλύτερα. Ο κόσμος αντιλαμβάνεται πιο εύκολα την ουσία του 2/5 παρά του 4/10. Το πρώτο είναι μέτριο για να μην πούμε ότι προτείνεται κιόλας και το δεύτερο κακό. Και μέσα σ' όλ' αυτά αυτοί που βάζουν τα μηδέν, τους άσους και τα διπλά γίνονται οι κακοί, οι σφαγείς και οι χασάπηδες. Υπάρχει βέβαια και η ανάποδη όψη σ' αυτό που θέλει τον κριτικό ή τον αναγνώστη να έχει παγιοποιήσει το άριστά του σε συγκεκριμένες ταινίες, εποχές, δημιουργούς, στυλ και να αρνείται να κρίνει ως ισάξια σύγχρονα έργα (χαρακτηριστικό το κόμπλεξ που έχουν πολλοί με τις ταινίες τρόμου).

Έχει από τους παραπάνω κανένας άδικο; Κανένας, ούτε το ευρύ κοινό ούτε η άλλη όψη. Είπαμε ο καθένας βαθμολογεί όπως θέλει και βλέπει ότι γουστάρει. Γι' αυτό σας λέω: ο βαθμός ως πρόβλημα. Είναι ο άτιμος η τελική εντύπωση, πρέπει να είναι το sum up, αλλά είναι πολύ μικρός για να αντικαταστήσει το κείμενο που προηγείται. Για μένα είναι ένα κακό κουσούρι που έμεινε απ' την προηγούμενη μου δουλειά. Και δυστυχώς θα συνεχίσω να τον χρησιμοποιώ. Γίνεται πλέον αυτόματα, αφού προκύπτει κατά την συγγραφή και μπαίνει πια αυθόρμητα (σε καμία περίπτωση δεν φανταζόμουν ότι θα κατέληγα στο 3 για το φρέσκο Blood Diamond). Όσο για το πως βαθμολογώ ας πούμε με μια ορθολογιστική κλίμακα του 10. Όπου το 5 είναι η βάση και το 10 το extraordinaire, που πολλές φορές μπορεί να μην είναι το αριστούργημα των αριστουργημάτων, απλά μια ταινία που μ' άρεσε τρομερά σαν ιδέα ή κάτι το καινοτόμο και ανανεωτικό, κλάσεις ξεχωριστό και ανώτερο απ' τη σαβούρα που έχω συνηθίσει να βλέπω. Θα μπορούσα να σας παραθέσω και το σύστημα όπως οι συνθήκες με ανάγκασαν να το περιγράψω κάποτε αλλά δεν βαριέσαι, εν τέλει είναι απλά ένας αριθμός που τον βάζω ελαφρά τη καρδία... είτε είναι 0 είναι 10.

Δείτε αυτή την εβδομάδα στην TV

  • Κυριακή: Eyes Wide Shut, Stanley Kubrick, 23:00 ANT1
  • Δευτέρα: Panic, Henry Bromell, 24:00 NET
  • Τρίτη: Tombstone, George Cosmatos, 23:00 NET
  • Τετάρτη: The Devil's Backbone, Guillermo Del Toro, 03:00 ANT1
  • Πέμπτη: Popiol I Diament, Andrzej Wajda, 22:10 Βουλή Τηλεόραση
  • Παρασκευή: Csillagosok, Κatonák, Miklοs Jancsο, 22:30 Βουλή Τηλεόραση
  • Σάββατο: Ιgy Jοttem, Miklós Jancsó, 22:00 Βουλή Τηλεόραση

Blood Diamond


Καινούργια ταινία απ' τον Edward Zwick ο οποίος συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο εδώ και δεν ξέρω εγώ πόσα χρόνια. Σήμα κατατεθέν του οι ακριβές γυαλισμένες παραγωγές. Το Blood Diamond δεν ξεφεύγει απ' τον κανόνα καθώς αποτελεί ένα high-profilic και με τρανταχτό καστ φιλμ που θα διεκδικήσει σίγουρα μεγάλη μερίδα του κοινού αλλά και πολλά ψευτο-βραβεία.


Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός μοντέρνου τυχοδιώκτη (αλλά κινηματογραφικά παλιομοδίτη) ο οποίος περνά παράνομα διαμάντια απ' τα σύνορα της Σιέρρα Λεόνε στην Λιβερία για να τα παραλάβουν μεγαλοκεφάλια στην Αγγλία. Κάποια στιγμή μαθαίνει στη φυλακή για ένα τεράστιο ροζ διαμάντι που βρήκε ενώ ήταν αιχμάλωτος στους αντάρτες ένας νέγρος κακομοίρης, ο Άγιος, γιατί περί αγίου πρόκειται, Solomon Vandy, κι αποφασίζει αφού τον ελευθερώσει να τον αναγκάσει (προσφέροντάς ένα καλύτερο αύριο για τον ίδιο και την οικογένειά του) να του δώσει τον πολύτιμο λίθο ο οποίος θα του εξασφάλιζε αρκετά χρήματα ώστε να σταματήσει τις επικίνδυνες business του. Στο μεταξύ έχει γνωρίσει μια γοητευτική δημοσιογράφο που ψάχνει για το τέλειο ρεπορτάζ και ω του θαύματος έχει επιλέξει ως θέμα τα Blood Diamonds (διαμάντια που έβγαζαν απ' τα ποτάμια οι αιχμάλωτοι των ανταρτλων και τα αντάλλσαν με όπλα και πυρομαχικά). Η όμορφη νεαρά ως είναι φυσικό θα κολλήσει μαζί τους και θα υποκύψει στο άγουρο φλερτ του τυχοδιώκτη. Ένα απ' τα κεφάλια της αντίστασης απ' την άλλη, που γνωρίζει κι αυτός για το μεγάλο διαμάντι στρατολογεί τον υιό Vandy και τον μετατρέπει σε αμίλεικτο φονιά. Μπέρδεμα η κατάσταση όπως και το εμπόλεμο της περιοχής. Όποιος φτάσει πρώτος στο διαμάντι είναι ο πιο μάγγας...


Ο ευγενής καπιταλισμός, που εξυπηρετεί και ευλογεί μ' αυτόν όλες του τις μέχρι τώρα ταινίες ο Zwick, ευνοεί ήρωες όπως ο ΝοτιοΑφρικάνος χαρακτήρας του DiCaprio. Ως σωστός υπηρέτης του λοιπόν ο σκηνοθέτης ηρωοποιεί έναν αδίστακτο χρηματοκυνηγό με παραστρατιωτική δράση και πιθανότατα ρατσιστή. Κοινό χαρακτηριστικό του Diamond με τις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη είναι οι ήρωες που πάνω τους έχει χτιστεί ολόκληρο το ψωροπερήφανο αμερικάνικο έθνος. Τέτοιος ήταν ο Cruise στο Samurai, οι ενωτικοί πολεμιστές στο Glory, η αντιτρομοκρατική της απαράδεκτης Πολιορκίας και πάνω απ' όλα οι παντοδύναμοι Θρύλοι του Πάθους. Ο περιβόητος Danny Archer οδηγούμενος πάντα απ' την οσμή του χρήματος γίνεται εν τέλει θυσία για κάτι το "ανώτερο" για κάτι το ιδεώδες, all american σκηνικά. Η νεαρή δημοσιογράφος στήνει καθ' υπόδειξη του Archer την τέλεια παγίδα που θα της προσφέρει το απόλυτο ρεπορτάζ και θα κλείσει στη φυλακή του εκμεταλευτές των δύσμοιρων Αφρικάνων. Σε στιγμές αναρωτιέται κι η ίδια αν με την αποστολή της και τις τέλειες φωτογραφίες της ουσιαστικά γίνεται κι αυτή εκμεταλεύτρια του ανθρώπινου πόνου αλλά το αφήνει να αιωρείται. Φυσικά οι αντάρτες είναι οι πιο κακοί και μοχθηροί απ' όλους και ο αγώνας τους άδικος. Κάνουν πλήση εγκεφάλου στα φτωχά παιδάκια και τα μετατρέπουν σε φονιάδες ολκής. Ευτυχώς κόσμε που υπάρχουν και καλά παιδιά, ξανθά γαλανομάτικα που στο τέλος βλέπουν την αλήθεια κι αποφασίζουν να φέρουν την ειρήνη στις αφρικανικές χώρες (έλεος δηλαδή).


Από τεχνικής άποψης το Blood Diamond δεν έχει τίποτα να μας πει. Ένα τραβηγμένο σε σύλληψη και διάρκεια έργο, μπαρουτοκαπνισμένο, ποτισμένο με το δάκρυ και το αίμα χιλιάδων αθώων. Τίποτα το ιδιαίτερα, εντυπωσιακό, τίποτα το ιδιαίτερα καλοφτιαγμένο, αξιοπρεπές στο σημείο που του επιτρέπει η μετριότητά του. Πιασάρικα πλάνα, όπως το τελευταίο γενικό που θέλει να δια της θυσίας να γεννήσει τον φυσικό παράδεισο που ποτέ δεν θα γίνει όσο ζούμε η Αφρική, και εκρήξεις συνοδευμένες με βροχή από σφαίρες. Ερμηνείες για γέλια ή για κλάματα, εσείς διαλέγετε, φωτογραφία όμορφα σκονισμένη και ήπιο μοντάζ.


Μα καλά θα αναρωτηθείτε δεν υπάρχει τίποτα να δούμε στο δύσμοιρο το εργάκι. Κοιτάχτε θα σας πω... Αν σας άρεσαν οι κλασικές παλιομοδίτικες περιπέτειες με τα μακρύκανα πιστόλια, τα Indiana Jones (ας πούμε ότι δεν το ανέφερα αυτό) και διασκεδάσατε στο Διαμάντι του Νείλου ενώ παράλληλα δεν βαρύνετε τη σκέψη σας με ανθρωπιστικές και "αντί" σκέψεις όπως οι παραπάνω, ε τότε δείτε το Blood Diamond και μπορεί να βγείτε κερδισμένοι. Ήδη το κοινό ανά τον κόσμο, και φαντάζομαι σε λίγο και στη χώρα μας, έχει αγκαλιάσει την ταινία του Zwick.


Πριν κλείσω με έναν βαθμό που επιβεβαιώνει το προφανές (ότι δηλαδή θεωρώ την ταινία για τα μπάζα) δεν μπορώ παρά να αναφερθώ στο "καταπληκτικό" τελευταίο λεπτό αγαπητέ μου αναγνώστη. Εκεί που η ταινία μας πληροφορεί ότι:



  1. Στη Σιέρρα Λεόνε (κατά τα λεγούμενα μετά τις αποκαλύψεις περί λαθρεμπορίου διαμαντιών) επήλθε η ειρήνη (μάστα... ενδιαφέρον...)


  2. Στην αγορά υπάρχουν ακόμη διαμάντια που τα έβγαλε κάποιος μαύρος σκλάβος σε κάποιο ποταμάκι της Σιέρρα και που τα πέρασαν λαθραία τα καθάρματα. Επαφύεται σε σένα αναγνώστη μου να εξασφαλίζεις ότι τα διαμάντια που αγοράζεις δεν είναι προϊόν του μόχθου ενός σκλάβου και λεία λαθέμπορα. Την επόμενη φορά που θα στείλω τους υπηρέτας μου να μου αγοράσουν διαμάντια θα τους πω να προσέχουν εντάξει monsieur Eddie;

Βαθμός: 3

The Prestige


Da Art of Storytelling... που λένε και στο χωριό μου...


Απ' την αρχή της η ταινία μας πληροφορεί για το τι είναι το Prestige στην ευγενή τέχνη της ταχυδακτυλουργικής. Το Prestige λοιπόν αποτελεί την ύστατη ενέργεια του "καλλιτέχνη", την τελική εμφάνιση, για παράδειγμα, του εξαφανιζόμενου αντικειμένου, που έρχεται να γιατρέψει την αμηχανία του θεατή μπροστά στην ανεξήγητο που έχει προηγηθεί. Κι ο καλός ο "μάγος" μας λέει η ταινία εκεί φαίνεται. Τα εισαγωγικά έχουν να κάνουν με την παρεξηγημένη μετάφραση των αγγλικών εννοιών στα ελληνικά. Υπάρχει μια ιδιαίτερη στιγμή στην ταινία που ο Michael Caine λέει στον Hugh Jackman "είσαι μάγος και όχι ταχυδακτυλουργός!" (κατά τη μετάφραση - γιατί η original ατάκα έχει ως "you are a magician not a wizard"). Η ταινία τέλος πάντως περιστρέφεται γύρω από την κόντρα δύο ταχυδακτυλουργών, πολύ καλών είναι οι αλήθεια, που προς το τέλος γίνεται η κόντρα μεταξύ δύο "μάγων" (στη γλώσσα μας ο ταχυδακτυλουργός κάνει κόλπα, ο μάγος κάνει μαγικά-ανεξήγητα). Οι αρχικά φίλοι και συνεργαζόμενοι υπό τον κοινό δάσκαλο και "κατασκευαστή" (αυτός που σκαρφίζεται τα κόλπα τους - εδώ ο Caine που συνεχίζει το θετικό σερί του) γίνονται θανάσιμοι εχθροί μετά από έναν λάθος κόμπο του Alfred Borden (ο αρκετά καλός για μια ακόμη φορά Christian Bale) στην τότε σύζυγο του Robert Angier (ο ως συνήθως γλυκανάλατος και προφανώς κατώτερος του προαναφερομένου Hugh Jackman) που της κοστίζει τη ζωή. Ο τελευταίος θα είναι λίγο υπερβολικός στην εκδίκησή του, ο άλλος δεν θα μείνει με σταυρωμένα χέρια και από πείσμα γίνεται ο καλύτερος "μάγος" της πόλης και σιγά σιγά όσο μεγαλώνουν οι δύο ήρωες, κλιμακώνεται κι η μεταξύ τους μάχη για το πρεστίζ.


Είναι προφανής η πρόθεση του Christopher Nolan να φτιάξει μια ταινία με τη δομή ταχυδακτυλουργικού κόλπου πράγμα που επισημαίνεται και με τους μονολόγους στην αρχή και το τέλος της ταινίας. Όντως το φιλμ χωρίζεται σε τρία μέρη, στο πρώτο (The Pledge) γεννάται μια τυπική ιστορία εκδίκησης, στο δεύτερο (The Turn) γίνεται μια αδυσώπητη μάχη μεταξύ των κορυφαίων "μάγων" και στο τελευταίο (The Prestige) μας αποκαλύπτονται τα μυστικά ενός καλοστημένου κόλπου ως αποτελεί το καλογραμμένο σενάριο των αδερφών Nolan (οι πονηροί θα τις βρείτε τις τρύπες σας). Ακόμη κι απ' το tagline της προωθητικής καμπάνιας γίνεται αντιληπτό αυτό: "A Friendship, That Became a Rivalry...A Rivalry, That Became a Battle." Για να πετύχει λοιπόν το κόλπο όπως λέει κι ο Angier στην ταινία αρκεί το τελευταίο μέρος το κοινό σου να μείνει με ανοικτό το στόμα, ή να του παρουσιάσεις κάτι που δεν έχει ξαναδεί ή (επειδή μιλάμε και για σινεμά που όλα τα έχουμε δει πια) να του παρουσιάσεις κάτι που είδε με διαφορετικό τρόπο.


Ο Nolan έχει δείξει και στο παρελθόν ταχυδακτυλουργικές τάσεις, όταν με το Memento του, το φιλμ με το οποίο συστήθηκε στη χώρα μας, έκανε τα πλήθη να παραληρούν. Η επιτυχία εκείνης της ταινίας οφείλετω στον πρωτότυπο τρόπο αφήγησης κι έκανε σαφές απ' την αρχή το μεγάλο ατού του νεαρού σκηνοθέτη. Στο Prestige ο Nolan επιστρατεύει λοιπόν αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα απ' όλους. Με πρόσφορο έδαφος το βιβλίο του Christopher Priest (που καθόλου τυχαία ο ίδιος ψήφισε Nolan όταν πούλησε τα δικαιώματα της νουβέλας του) επιλέγει ένα λογοτεχνικής υφής αφηγηματικό τρόπο και τον υποστηρίζει άψογα υφαίνοντας αριστοτεχνικά την απλοϊκή ιστορία του (ξαναπαίζει μάλιστα με το χρόνο της δράσης). Έτσι υπόγεια στο σενάριο μαίνονται κι άλλες μάχες πέραν της κεντρικής (ο Edison με τον Tesla, η σύζυγος Rebecca Hall παλεύει μόνη της έναντι της ανειλικρίνειας και της ερωμένης Scarlett Johansson). Τα εξελισσόμενα τρικ των πρωταγωνιστών, άρματα στη μάχη μεταξύ τους, παρουσιάζονται σε απόλυτα τακτά χρονικά διαστήματα ενώ κι ως προς τους δύο χαρακτήρες ο αφηγηματικός χρόνος είναι κομμένος ακριβώς τη μέση. Κι όπου το σενάριο επικεντρώνει στον ένα έρχεται απ' το πουθενά ο αντίπαλός του για να του πάρει τη σειρά στα επί της οθόνη δρώμενα. Ο αρχικά "θυμωμένος" Angier γίνεται στη συνέχεια "ψυχρός όσο δεν πάει" (γλιτώσαμε με ένα μίνι spoiler εδώ :p). Και μ' αυτά και άλλα τεχνάσματα, τα μάτια μένουν καρφωμένα στο πανί, ο "μάγος" πίσω από την κάμερα έχει πετύχει απόλυτα στα δύο πρώτα μέρη του κινηματογραφικού του κόλπου...


---Θα συμβούλευα όποιον δεν έχει δει την ταινία να περάσει κατευθείαν στην τελευταία παράγραφο παρακάμπτοντας τα όσα ενδιαφέροντα ακολουθούν. Επιστρέψετε αν θέλετε μετά τη θέαση του Prestige. At your own risk...---


...που περιέχουν στις παρά κάτι δύο ώρες που διαρκούν ολόκληρη την ουσία της ταχυδακτυλουργικής (πραγματικής και σινεματικής). Παραξηγημένη attraction καθώς όλοι υποψιάζονται τον performer και όλοι ξέρουν ότι τους κοροϊδεύει. Όπως παρουσιάζεται στην ταινία άμεσα εξαρτώμενη από επιστήμη και τέχνη, με τον Angier να είναι καλύτερος παρουσιαστής απ' τον Borden να χρειάζεται το κάτι παραπάνω για να τον νικήσει και να καταφεύγει στον Nicola Tesla (επιστήμη και τέχνη προσωποποιημένες αφού το ρόλο του τεράστιου επιστήμονα και καλύτερου μάγου απ' όλους ερμηνεύει ο David Bowie). Στον αγώνα για την επίτευξη της τελειότερης ψευδαίσθησης της πραγματικότητας (αναγωγή και στον κινηματογράφο εδώ, τα έχουμε ξαναπεί αυτά...) αναπτύσσεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών. Γιατί υπάρχει και θεμιτός θα αναρωτηθεί κάποιος (και πρώτος απ' όλους εγώ - μέσα απ' την κόντρα της ταινίας, κόντρα περί πρεστίζ και θεαμάτων, μπορεί κανείς να βγάλει ολόκληρο σχόλιο για τη λειτουργία του εφαρμοζόμενου καπιταλιστικού συστήματος, δεν νομίζω να ήταν όμως αυτός ο στόχος του σκηνοθέτη)... Είναι εποικοδομητική μια αντιπαράθεση που φτιάχνει τους καλύτερους στο είδος τους αλλά εν τέλει τους θέλει τον ένα μισό και τον άλλο δυο μέτρα κάτω απ' τη γη (ή όπου αλλού έβαλε τους κλώνους του τέλος πάντων)..; Κι όταν η ανώτερη τεχνική κρίνεται στις λεπτομέρειες τελειότερος (συγχωρέστε μου για μια ακόμη φορά το -ότερος) αποδεικνύεται ο πιο επίμονος κι ο πιο εγκρατής, ο πιο αφοσιωμένος. Πανάρχαια η θέση του σκηνοθέτη σ' αυτό το σημείο: η τέχνη απαιτεί θυσίες, και οι θυσίες αυξάνονται ανάλογα με την ποιότητα.


...Όπως καταλάβατε κι απ' τα παραπάνω φτάσαμε στο τελευταίο μέρος, το Prestige! Και για το grande finale ο Nolan επιφυλάσσει στο κοινό του την τελική αποκάλυψη που θα λύσει όλα τα μυστήρια πίσω απ' τον Transporting Man, το ευφυέστερο των κόλπων. Αλλά εκεί που θα έπρεπε ο θεατής να μένει με ανοιχτό το στόμα απ' την έκπληξη, ο σκηνοθέτης αποτυγχάνει. Όχι τόσο γιατί μας έχει δώσει πολλά στοιχεία για το τι πραγματικά συμβαίνει προηγουμένως (χολλυγουντιανό τέχνασμα που επιδιώκει την "αυτοϊκανοποίηση" - χωρίς παρεξήγηση - του κοινού κατά την προβολή) αλλά γιατί μέχρι να διαλευκανθεί το ευεπίλυτο μυστήριο έχουν συμβεί πάρα πολλά (και μερικά αρκούντως εξωφρενικά). Πολύ καλό το νέο το κόλπο του αγαπητού Christopher, που του επιτρέπει να πλέξει τον αφηγηματικό του χρόνο σταυροβελονιά, αλλά η κατάληξη για τον απαιτητικό σινεφίλ απογοητεύει (δεν μιλάω για τη σεναριακή τροπή μόνο έ. Κι αυτό κυρίως γιατί μετά τη μέση γίνεται εμφανής η μόνιμη προσπάθεια του σκηνοθέτη να εντυπωσιάσει (και με τους "πολλούς" αυτό θα το καταφέρει, είναι σίγουρο) ενώ το ήδη κλασικό για τις μάζες ανατρεπτικό φινάλε δεν είναι δυνατό να συγκινήσει το κοινό που "κοιτάζει προσεκτικά" τις ταινίες, ως μας προκαλεί ο Bale στην αρχή του φιλμ. Πολύ θα ήθελε ο Nolan να είναι ο Borden αλλά τελικά μας βγαίνει κάτι ανάλογο με τον πρώιμο Angier και το καλύτερο κόλπο του παραμένει το Memento. Μέχρι νεοτέρας...


Βαθμός: 6


ΥΓ. Το μισό review ανήκει στην Κα zoubourlou

Breaking and Entering


Καθόλου καλά τα πράγματα. Πολύ χάλια για την ακρίβεια. Το Breaking and Entering το περίμενα πως και πως (να σκεφτεί κανείς ότι μέχρι ταξίδι 215 χιλιομέτρων θα έκανα για να το δω σβέλτα...) και τι κατάλαβα... ότι δεν πρέπει να ενθουσιαζόμαστε απ' τις πρώτες κριτικές και τα λόγια των οπαδών.


Κάποτε υπήρχε ένας σκηνοθέτης θριαμβευτής που με τον Άγγλο Ασθενή (9 τω αριθμώ αγαλματίδια) περνούσε στο εικονικό Πάνθεον του σύγχρονου (βλ. 90's) σινεμά. Πριν από εκείνη την ταινία μας είχε δώσει πολύ συμπαθητικά δείγματα αλλά με την ασυναγώνιστη ιστορία αγάπης του '96 έγινε σημείο αναφοράς. Η συνέχεια γι' αυτόν δεν ήταν ανάλογη καθώς ούτε ο δαιδαλώδης Ripley, ούτε το βλάχικο έπος Cold Mountain κατάφεραν να μας πείσουν ως καλές ταινίες. Σήμερα φτάσαμε στο σημείο να υπάρχει ένας δημιουργός που στην πιo εύκολη ταινία της καριέρας του καταφέρνει να τα κάνει θάλασσα.


Ο Anthony Minghella γράφει και σκηνοθετεί ένα πολυεπίπεδο δράμα χαρακτήρων με σαφείς κοινωνικές και καθολικές προεκτάσεις. Ένας αρχιτέκτονας (Jude Law) έχει αναλάβει να διαμορφώσει μια φτωχογειτονιά του Λονδίνου αλλά τα καινούργια γραφεία της επιχείρησής του γίνονται στόχος διαδοχικών διαρρήξεων. Ένας νεαρός parkour καταφέρνει κάθε βράδυ να μπει απ' τη γυάλινη οροφή του κτιρίου και ανοίγει την πόρτα για την συμμορία που σε dt φορτώνεται όλους τους υπολογιστές, τις τηλεοράσεις και οτιδήποτε άλλο πολύτιμο. Ο μικρός parkour (o 15άρης Miro) προτιμά να κλέβει μινιατούρες απ' τις μακέτες των έργων ενώ ως ένδειξη αναγνώρισης της σπουδαίας δουλειάς που κάνει ο αρχηγός της συμμορίας του χαρίζει το laptop του επιτυχημένου αρχιτέκτονα. Παράλληλα γνωρίζουμε και τη δυσλειτουργική οικογένεια του Law που σαν νεότερο μέλος έχει ένα αυτιστικό κορίτσι, εκνευριστικό κι ανυπόφορο, λαστιχένιο και απαιτητικό. Η γυναίκα του με αφορμή και τα προβλήματα της κόρης της (από άλλο γάμο να σημειώσουμε) τον αντιμετωπίζει ψυχρά καθώς τον θεωρεί προσκολλημένο στην δουλειά του. Μια νύχτα που ο αρχιτέκτονάς μας παρακολουθεί παρέα με μια πουτάνα το γραφείο του μήπως και τσακώσει τους διαρήκτες, ο νεαρός Miro κάνει τη λάθος κίνηση, ο Law τον κυνηγάει και εν τέλει βρίσκει που μένει. Όταν επισκέπτεται όμως την φτωχική οικία του ανοίγει η παράλογα μοιραία και θεληματικά Βόσνια μοδίστρα Juliette Binoche χαρακτήρας που κινεί το ενδιαφέρον του ήρωά μας και παντελόνι στο παντελόνι, πουκάμισο στο πουκάμισο τελικά θα την πηδήξει κι αυτή και θα ησυχάσει. Επέρχεται αναστάτωση, μπέρδεμα, ηθικά διλήμματα κτλ κτλ κτλ...


Ο Minghella αρχικά μπερδεύει εθνικότητες (χαρακτηριστικά αναφέρω όσες θυμάμαι Σερβο-Βόσνιος ο Miro, άγγλος ο Law, περισσότερο Σουηδέζα η γυναίκα του, καθαρά Βόσνια η Binoche, Σομαλοί οι περισσότεροι στις φτωχογειτονιές, Σομαλή φαντάζομαι και η καθαρίστρια και πάει λέγοντας...). Τελικά μπερδεύεται κι ο ίδιος. Ξεκινά να μας δείξει μια οικογένεια σε κρίση, για να φτάσει σε μια κοινωνία σε κρίση, για να μας δείξει και τα πραγματικά προβλήματα που ατνιμετωππίζουν οι διάφορες κοινωνικές ομάδες σήμερα. Καταλήγει να μας παρουσιάζει έναν κάποτε καλό σκηνοθέτη σε κρίση. Οι χαρακτήρες, τους διαλόγους των οποίων ο ίδιος έγραψε, μιλούν ακατάσχετα, ξεστομίζοντας μεγαλόστομφες ατάκες και απόψεις περί ζωής που ξεκινούν από ένα άγριο ζώο στους δρόμους του Λονδίνου και φτάνουν μέχρι ένα απεγνωσμένο παντρέψου με και ένα υστερικό σ' αγαπώ. Ο Minghella κακομεταχειρίζεται ακατάσχετα το "απαράμιλλο" σκηνοθετικό του στυλ, παγιδευμένος σε μια λούπα. Αμεσότης μηδέν. Ενδιαφέρον μηδέν. Έβλεπα κι εγώ ο δόλιος την ταινία και περίμενα ότι κάτι θα συμβεί. Κάτι το συνταρακτικό και στη συνέχεια κάτι το στοιχειώδες. Ε στο τέλος βαρέθηκα ο δόλιος. Όλη την ώρα ο Minghella κάπου το πάει αλλά θέλοντας να μας ανατρέψει τα βαριά κοινωνικά και οικογενειακά (μην πω και τα αστυνομικά) δεδομένα που μας παρουσιάζει αρχικά, θέλοντας να μας δείξει το παράθυρο στην ελπίδα... του αλλάζει τον αδόξαστο, για να μην πω τίποτα πιο βαρύ.


Ένα λάθος απ' την αρχή ως το τέλος... Η κοινωνίες πουθενά δεν είναι όπως τις παρουσιάζει εδώ ο σκηνοθέτης αλλά ας πούμε ότι στο σινεμά επιτρέπεται. Οι άνθρωποι πουθενά δεν μιλάνε στο σύνολο τους σαν δικηγόροι αλλά ας πούμε πάλι ότι that's cinema... Ας πούμε τώρα ότι υπάρχουν στις μέρες άτομα με τις εσωτερικές αντοχές που δείχνουν οι χαρακτήρες της ταινίας. Να μεγαλώνουν ένα αυτιστικό κορίτσι λάστιχο που να τους κάνει τη ζωή κόλαση, να τους κερατώνει ο άντρας τους, να έχουν φάει τα χρόνια τους στους ψυχολόγους επειδή κανένας δεν τους καταλαβαίνει και τελικά να το ξεπερνάνε με μια μίνι κρίση της μιας μέρας. Απ' την άλλη να σου κλέβουν το γραφείο, συνεχώς, να σου παίρνει το αυτοκίνητο μια ανεδής πόρνη, να βρίσκεις τον ένοχο κι επειδή τυγχάνει να γουστάρεις την μάνα του, που σε βγάζει και ένοχες φωτογραφίες για να σε καρφώσει στη γυναίκα σου, να συνειδητοποιείς το δράμα που ζει ένας έφηβος που ξέφυγε απ' τον εμφύλιο και να τον αθωώνεις μπροστά στην εν γνώσει κερατού γυναίκα σου που σου γνέφει συγκαταβατικά για τη θυσία... Μπορώ να συνεχίσω και για άλλους χαρακτήρες αλλά καταλαβαίνετε που το πάω.


Εν τέλει αυτό που μένει απ' την ταινία στο θεατή είναι το ωραίο λουτρό της προβληματικής οικογένειας και κάτι ανάλογα οπτικά φτιασίδια. Ο ωραιοποιημένος κόσμος του σκηνοθέτη δεν μας αγγίζει στο ελάχιστο και το Breaking and Entering λογίζεται πια ώς μεγαλύτερη απογοήτευση που θα μπορούσαμε να είχαμε στο ξεκίνημα του 2007. Όχι απλά επειδή είναι αλαμπουρνέζικο στον πυρήνα του, αλλά επειδή και σαν κατασκευή είναι μια αφόρητα κακή ταινία. Κρίμα για τον Minghella...


Βαθμός: 2

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2007

Shaun of the Dead


Δυστυχώς δεν είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ούτε ένα απ' τα επεισόδια της δημοφιλούς σειράς Spaced, της οποίας οι δημιουργοί βρίσκονται πίσω από το Shaun Of The Dead. Όσο κι αν ο τίτλος παραπέμπει σε παρωδία του Dawn Of The Dead, η νέα εκδοχή του οποίου παρουσιάστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το Shaun, η ταινία στέκεται άνετα ως αυτόνομη δημιουργία και μάλιστα περισσότερα αντλεί απ' το εντυπωσιακό 28 Days Later του Danny Boyle, παρά απ' την «συνώνυμή» της. Έχουμε να κάνουμε με μία κωμωδία, που εμένα τουλάχιστον με εξέπληξε ευχάριστα. Κι αυτό γιατί απ' τον τίτλο και μόνο, φανταζόμουν στην καλύτερη περίπτωση μια σειρά από ευφάνταστα οπτικά γκανγκς και συμπαθή χοντροκομμένα αστεία, εν γένει μια προσπάθεια να παρωδηθούν σκηνές και φιλμ με θέμα τα ζόμπι. Αντίθετα εδώ οι τόνοι είναι ηπιότεροι, σκηνές από γνωστές ταινίες επαναλαμβάνονται αλλά μόνο ως αναφορές και το χαρακτηριστικό χιούμορ του φιλμ απέχει πολύ από τις ακρότητες τύπου Scary Movie. Το δυστυχώς που αναφέρεται στην αρχή κειμένου λοιπόν έχει να κάνει με το ότι η παρακολούθηση κάποιων επεισοδίων του Spaced θα έβαζε τον θεατή κατευθείαν στο κλίμα.


Ο Shaun του τίτλου είναι ένας από τους πλέον κοινούς και πλέον συνηθισμένους τριαντάρηδες που δουλεύει σ' ένα τυπικό γραφείο και αντιμετωπίζει τα γνωστά μικροαστικά προβλήματα. Συγκατοικεί με έναν εντελώς ακαμάτη φίλο του και με έναν τρίτο που όπως βλέπουμε ευθύς εξ' αρχής αντιπαθεί θανάσιμα (κυριολεκτικά όπως έρχονται τα πράγματα ;) τον παντελώς άχρηστο κατά την άποψή του φίλο του Shaun και θέλει να τον διώξει. Την μέρα πριν τα ζόμπι κατακλείσουν την πόλη έχει ένα καυγά με την κοπέλα του, η οποία έχει βαρεθεί όλη αυτή την μίζερη ρουτίνα του Shaun. Τη μέρα λοιπόν που τα ζόμπι θα εισβάλουν στην πόλη είναι η ευκαιρία για το Shaun να αποδείξει στον εαυτό του και τους άλλους, ότι δεν είναι απλά ένας ακόμη κακομοίρης Βρετανός που λιώνει στις pub (αν και ποτέ δεν το αρνείται).


Το πρώτο μέρος του φιλμ μας συστήνει τους κατά γενική ομολογία αδιάφορους εξ' αιτίας της απλότητας τους χαρακτήρες, αλλά μέσα στο γενικότερο κλίμα αδιαφορίας που περιβάλλει την βρετανική και κατ' επέκταση σημερινή δυτική κοινωνία. Χαρακτηριστικότατη είναι η σκηνή με το πρώτο πρωινό του Shaun, που συνοδεύεται απ' Zombie Nation. Ο πρωταγωνιστής δηλαδή ζει σε μία πόλη γεμάτη από «ζωντανούς νεκρούς» πριν αρχίσει η επιδημία των ζόμπι. Πάμπολλοι γνωστοί χαρακτήρες της πόλης προελαύνουν απ' την οθόνη απ' το ζητιάνο με το μόνιμα απλωμένο χέρι μέχρι τα παιδιά της γειτονιάς. Φυσικά η ταινία δεν έχει πρόθεση να αποτελέσει τέτοιου είδους κοινωνικό σχόλιο, απλά οι σκηνές εντείνουν τα ρουτινιάρικα πρώτα λεπτά του φιλμ.


Στη συνέχεια, είτε ηθελημένα είτε όχι, έχουμε την πασίγνωστη πλέον συσχέτιση των αγνώστων και μεταφυσικών τεράτων με τον τρομακτικό χαρακτήρα της μάζας (πολύ βολικός αυτός ο συμβολισμός), είτε αυτός είναι ρατσιστικός είτε φασιστικός είτε επικίνδυνα μικροαστικός. Εδώ ο Shaun που θέλει και δεν θέλει να ξεφύγει από κάποιες καταστάσεις βρίσκεται αντιμέτωπος, μαζί με φίλους και μέλη της οικογένειας του, με τα αιμοδιψή ζόμπι που άβουλα καθώς είναι πηγαίνουν όπου τους οδηγεί το ένστικτό τους. Όταν στο τέλος βγει ζωντανός απ' την πολυαγαπημένη(;) του pub και με τη γυναίκα των ονείρων του στο πλευρό του, με όλους τους πρώην καθημερινούς του συντρόφους τερατο-ποιημένους, δεν κερδίζει μόνο την επιβίωσή του αλλά και την φυγή απ' την πλήξη, μια φυγή προσωρινή όπως βλέπουμε στο πολύ χαρούμενο φινάλε (ας μην ξεχνάμε ότι όλοι αυτοί οι τύποι δουλεύουν στην τηλεόραση) καθώς με την τροπή που έχουν πάρει οι σημερινές κοινωνίες είμαστε απ' ότι φαίνεται οριστικά παγιδευμένοι στην καθημερινότητά μας.


Βλέποντας το Shaun Of The Dead σίγουρα κάποιες στιγμές θα γελάσετε. Σίγουρα επίσης δεν θα τρομάξετε, παρά το άφθονο αίμα και το αλύπητο ξέσκισμα της σάρκας των άμοιρων χαρακτήρων της ταινίας. Οι άνθρωποι έχουν πάψει να τρομάζουν μ' αυτά πολλά χρόνια πριν και οι συντελεστές το γνωρίζουν πολύ καλά. Και για να κλείσουμε ένας συγκεντρωτικός χαρακτηρισμός για την ταινία: μια κωμωδία «τρόμου» αυστηρά και μόνο για το μέσο θεατή. Αν θεωρείτε τον εαυτό σας έναν τέτοιο τότε θα την ευχαριστηθείτε.


Βαθμός: 6


(The Movies Cult 06-02-05)

Trainspotting


Δεν έχει υπάρξει στην ιστορία του κινηματογράφου τόσο ειλικρινής ταινία που να ασχολείται με τα ναρκωτικά. Γιατί πάνω απ' όλα το Trainspotting δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ευφυέστατη ταινία που ασχολείται με τη ντρόγκα. Βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Irvine Welsh και σκηνοθετημένη από έναν σκηνοθέτη-σύμβολο για τα 90's, τον Danny Boyle. Άλλοτε καταιγιστική κι άλλοτε νωχελική κι εφιαλτική. Ακριβώς όπως η ζωή των ναρκομανών που τόσο γλαφυρά περιγράφει.


Ο τίτλος, απόλυτα ταιριαστός. Trainspotting, σε πολύ ελεύθερη δική μου μετάφραση, σημαίνει το να κοιτάζεις τα τρένα καθώς αυτά περνούν. Οι πρωταγωνιστές της ταινίας, όλοι τους μια μεγάλη παρέα, είδαν το τρένο της ζωής να περνά μπροστά τους αλλά δεν ανέβηκαν, επέλεξαν όπως μας δηλώνει ευθύς εξ' αρχής ο Renton να μην διαλέξουν την τυπική αστική ζωή που έχει ο καθένας από μας. Έτσι και στην πραγματικότητα (αυτή που τόσο μπερδεύουμε οι κινηματογραφόφιλοι με το fiction της μεγάλης οθόνης), άλλοι απ' τους ναρκομανείς δεν ανέβηκαν σ' αυτό το τρένο ηθελημένα, άλλοι το 'χασαν κι άλλους τους παρέσυρε στο σαρωτικό του διάβα. Η διαδρομή που τελικά ακολουθούν σίγουρα πιο επικίνδυνη, αλλά και πιο περιπετειώδης, και προς Θεού τίποτα το κακό και μεμπτό δεν υπάρχει σ' αυτή. Ακόμη και οι ,γνωστοί για τη βλακεία τους, νόμοι ποτέ δεν απαγόρεψαν τη χρήση ναρκωτικών ουσιών (τώρα η διακίνηση, τα εγκλήματα και η άλλη πλευρά των ναρκωτικών δεν έχει θέση στο Trainspotting, αφορά άλλες ταινίες όπως το Traffic του Soderberg - υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ του τύπου και της ποιότητας των ναρκομανών των δύο ταινιών, όπως και στον τρόπο που αντιμετωπίζει ένα τέτοιο ζήτημα το Hollywood και μια βρετανική παραγωγή).


Καθαρά κινηματογραφικά αν το δούμε ο Boyle επιλέγει, μετά από χρόνια μελέτη, τον απόλυτο ρεαλισμό για να δείξει τη ζωή του Renton και της παρέας του, εκτός απ' τις, όχι λίγες, στιγμές των παραισθήσεων τους, που στις σουρεαλιστικές εξάρσεις του σκηνοθέτη αποτυπώνονται τα οράματα και οι εφιάλτες των ηρώων του. Κι αν το καλοσκεφτεί κανείς αυτό που τόσο έχει εκτιμηθεί στην τέχνη σαν σουρεαλισμός, στην πραγματική ζωή το προνόμιο του να το βιώνουν το 'χουν μόνο, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι ναρκομανείς και οι ετοιμοθάνατοι. Τα αποτέλεσμα είναι μια ταινία πιο παραισθησιογόνα για τη μάζα κι απ' τις ίδιες τις ουσίες αν και ταυτόχρονα τόσο ζωηρή κι αληθινή.


Ο Renton αλλά και οι υπόλοιποι χαρακτήρες παρουσιάζονται με αφοπλιστική ακρίβεια. Υιοθετούν συνήθειες απλών καθημερινών αστών και ξεστομίζουν ατάκες που μόνο από συνειδητοποιημένο Σκοτσέζο φιλόσοφο περιμένεις να ακούσεις. Έχουν επίγνωση της κατάστασής τους ("είμαι πρεζόνι στο μεταίχμιο"), πράγμα που πολλοί απλοί θεατές κατά τη διάρκεια των προβολών της ταινίας αδυνατούσαν να καταλάβουν, και μοιάζουν να μην δίνουν δεκάρα για το πώς αλλάζει ο κόσμος γύρω τους. Το τρένο μ' άλλα λόγια τους έχει προσπεράσει και τους έχει αφήσει πίσω για πολύ. Έχουν μάθει να ζουν με το φόβο της αστυνομίας ("θέλουν να με κλείσουν μέσα") και του κοινωνικού περίγυρου και ζουν προσκολλημένοι στο λόμπι τους. Όταν ο πρώτος απ' αυτούς θα καταλήξει στη φυλακή για κάποια απ' τις συχνές μικροκλοπές τους όλα στον κόσμο του Renton κλονίζονται. Οι ενοχές του, η θέλησή του να ξεφύγει απ' τα ναρκωτικά, ο έρωτας που τον βρήκε σ' ένα σκοτσέζικο ρετρό κλαμπ τον οδηγούν τελικά στο Λονδίνο, όπου βλέπει επιτέλους τον κόσμο να αλλάζει. Εκεί τα κλαμπ δεν παίζουν Iggy Pop αλλά Ice Mc, όλοι έχουν μια δουλειά σε κάποια (διόλου καθαρή) επιχείρηση, ακόμη και τα ναρκωτικά είναι διαφορετικά. Μετά από ένα λυτρωτικό O.D. και ένα βασανιστήριο ανάλογο με αυτό του Malcolm McDowell στο Κουρδιστό Πορτοκάλι (κάποιοι παραλληλίζουν άμεσα τις δύο ταινίες περιγράφοντας το Trainspotting σαν το Clockwork Orange των 90's) θα ενταχτεί κι αυτός στην δικιά μας κοινωνία. Κι εκεί ήταν και το σκανδαλώδες της υπόθεσης: oι μάζες που παραδόξως έσπευσαν να δουν το φιλμ (καταραμένη Miramax) ενοχλήθηκαν αφ' ενός απ' τις εικόνες που αντίκρισαν και αφ' ετέρου, και περισσότερο μάλιστα, όταν είδαν τον πρωταγωνιστή να γίνεται ένας απ' αυτούς, απλά και σύντομα διά της κλοπής και της απάτης. Όταν στο φινάλε παραδέχεται πως είναι σκάρτος μετανιώνει για το ότι ενέδωσε στις συμβάσεις και το εύκολο κέρδος και δηλώνει ευθαρσώς πως τώρα μπορεί να κάτσει στο ωραίο του σπιτάκι και να περιμένει σαν το καλό προβατάκι να πεθάνει. Χλευασμός χειρίστου βαθμού προς τον θεατή! Βλέπετε όσο διαφορετική διαδρομή κι αν ακολουθήσει ο καθένας μας το τέλος είναι το ίδιο, κι ο Boyle με το φινάλε μας προτρέπει να κάνουμε αυτή τη διαδρομή πιο ενδιαφέρουσα και μοναδική.


Είπαμε ότι το Trainspotting είναι πριν απ' όλα τα' άλλα μια ταινία για τη ντρόγκα. Από 'κει και πέρα είναι ένα ηθογράφημα για την βρετανική νεολαία (η μαθήτρια που ερωτεύεται ο Renton, τα βράδια στα club), είναι μια ταινία για μια παρέα ανδρών που σταδιακά διαλύεται, έχει πολλές κωμικές σκηνές και πολλά σκηνοθετικά σοφίσματα (όπως ο ιδιοφυής παραλληλισμός του οργασμού με το γκολ της Σκοτίας απέναντι στους Ολλανδούς το 78', σεξ και ποδόσφαιρο τα σπουδαιότερα αντρικά φετίχ). Εμπεριέχει ένα σπουδαίο και λειτουργικότατο soundtrack και την ατάκα της 10ετίας, στην σκηνή με το «πατριωτικό» ξέσπασμα στην εξοχή. Για πολλούς απ' τους, εξαιρετικούς στην ταινία, ηθοποιούς της αποτέλεσε το πάτημα για τη μεγάλη διεθνή καριέρα. Και για το δημιουργό της; η απόλυτη καταξίωση όχι μόνο σαν σκηνοθέτης, αλλά και στις συνειδήσεις πολλών ανθρώπων που κατάφεραν να δουν πίσω απ' το θόρυβο που προκάλεσε η ταινία-γεγονός. Για την τόλμη του και για την ειλικρίνειά του:


Βαθμός: 10


(The Movies Cult 11-05-05)

X-Men: The Last Stand


Φτάσαμε λοιπόν στην ολοκλήρωση της τριλογίας των X-Men... Η αλήθεια είναι ότι είχαμε πολλές επιφυλάξεις, τις οποίες ουκ ολίγες φορές εξεφράσαμε μέσω της πρώτης σελίδας αυτού εδώ του site. To The Last Stand όμως μετά από άπειρες αλλαγές και τρελές ιδέες του σκηνοθέτη είναι γεγονός, και μάλιστα έρχεται σαν την ταινία φαβορί στην αφετηρία της blockbusterικής περιόδου.


Στο τελευταίο λοιπόν X-Men, πριν αρχίσει η παρέλαση των spin-offs φυσικά, οι μεταλλαγμένοι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με το ίδιο τους το είναι, καθώς, πέρα απ' το ότι η στρατιά του Magneto ξαναβρίσκεται απέναντι στα καλά παιδιά του Xavier, έχουν πλέον να αντιμετωπίσουν και ένα μέγα ηθικό δίλημμα. Υπάρχει πλέον ένα αντίδοτο στην "ασθένεια" τους, ανθρώπινο κατασκεύασμα, που μπορεί να απαλλάξει τους μεταλλαγμένους απ' την απομόνωση και να οδηγήσει στην πλήρη ένταξή τους στην κοινωνία. Φυσικά αυτό διχάζει και πολώνει τον πληθυσμό των mutants ανά την υφύλιο και η διαμάχη δεν αργεί να ξεσπάσει. Μέσα σε όλα αυτά αναγεννάται και η Jean Grey με τη Phoenix μορφή της (όνομα και πράμα), για να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις ως ο δυνατότερος απ' όλους τους X-Men. Δεν θα μπω σε περισσότερες λεπτομέριες για το τι συμβαίνει στην ταινία. Οι fans αξίζει να το δουν μόνο και μόνο γιατί η πλοκή είναι αρκετά γαργαλιστική και μέσα στα 105 λεπτά του φιλμ αρκετοί απ' τους πρωτοκλασάτους ήρωες... παύουν να υφίστανται... ας το θέσω έτσι για να μη γίνω μαρτυριάρης.


Πάμε στα επί της ουσίας τώρα. Σαν πιτσιρικάς κι εγώ είχα αγοράσει αρκετά απ' τα κόμικ της σειράς θεωρώντας εαυτόν fan. Κατά γενική ομολογία οι ταινίες δεν είχαν και πολύ μεγάλη σχέση με τα κόμικ, παρ' όλ' αυτά αποτέλεσαν ένα ξεχωριστό κομμάτι της ανάλογης φιλμογραφίας. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι, όπως στο κόμικ, έτσι και στην τριλογία, υπάρχουν πολυάριθμοι εντυπωσιακοί χαρακτήρες με ακόμη πιο εντυπωσιακές ιδιότητες. Υπάρχει επίσης και μια συνέχεια στην εξέλιξη σε αντίθεση με τα περισσότερα κόμικ της Marvel που περισσότερο μοιάζουν αυτοτελή και πολλές φορές αναιρεί το ένα την υπόθεση του άλλου. Οι ήρωες κι οι ξεχωριστές τους ιδιότητες λοιπόν αποτελούν την τέλεια βάση για μια χιονοστοιβάδα από ειδικά εφέ. Έχοντας φτάσει σε μια εποχή που η επιτυχία μιας action ταινίας εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό απ' τα οπτικά εφέ που χρησιμοποιούνται, το Last Stand λογικά θα γίνει σημείο αναφοράς για τις επόμενες hollywoodιανές περιπέτειες. Και μιλάμε για πάμπολλες οπτικοακουστικές δημιουργίες (πολλά λεφτά) που χρησιμοποιούνται με απόλυτη σύνεση και συνθέτουν εντυπωσιακές σκηνές δράσης. Ποια να πρωτοξεχωρίσεις την σκηνή στο σπίτι της Jean ή την τελική μάχη που τα θαλάσσια νερά ορθώνονται σε ύψος δεκάδων μέτρων. Είναι ένας τομέας που η παραγωγή παίρνει άριστα.


Η μεγαλύτερη ανησυχία για τους καινούργιους X-Men, προήλθε στο άκουσμα της απόφασης του Brian Singer να αφήσει το project για να αναλάβει τον (σαφώς πιο φλώρο) Superman (δε λέω γούστα είναι αυτά). Όμως έχοντας φτιάξει δύο εξαιρετικές περιπέτειες στο παρελθόν, ο πήχης για τον διάδοχο του ήταν ήδη πολύ ψηλά. O Brett Ratner δυστυχώς σε κάθε πλάνο επιβεβαιώνει ότι ο Singer είναι πλέον απών και σε σύγκριση με τους προκατόχους του το Last Stand μοιάζει ελαφρώς πεζό και παιδαριώδες. Προδομένος κι απ' τους σεναριογράφους του ο Ratner δεν καταφέρνει να πιάσει στο ελάχιστο τον παλμό και την διεισδυτικότητα του δευτέρου μέρους, ενώ προτιμά να επικεντρώσει στους νέους χαρακτήρες (και στην Storm που φέρεται να το ζήτησε προσωπικά). Οι πελαγώδεις σχέσεις μεταξύ των μεταλλαγμένων της σχολής κινηματογραφούνται με αρκετή αφέλεια, απόρροια και των γελοίων διαλόγων. Για τους σεναριογάφους τι να πει κανείς. Ενώ έφτιαξαν μια ενδιαφέρουσα ιστορία, φαίνεται ότι εξαντλήθηκαν εκεί, καθώς πέρα απ' τα κατεστραμμένα τετ-α-τετ μεταξύ των πρωταγωνιστών, δεν υπάρχει ένα σημείο στην ταινία που να εμβαθύνουν σε χαρακτήρα ή να προβαίνουν σε κάποιο, απ' τα συνηθισμένα στις προηγούμενες ταινίες, σχόλιο. Ενώ έχουν φροντίσει να φτιάξουν ένα ενδιαφέρον φιλμικό υπόβαθρο με σαφής αναφορές στα κοινωνικά περιθώρια και τις προσπάθειες του όχλου να καταπνίξει την διαφορετικότητά τους, μετά το ξεχνούν εντελώς και χαρακτήρες όπως ο πρόεδρος της Αμερικής, ο μέγας Magneto και ο Beast καταντούν γραφικοί.


Και κάτι άλλο. Αν και νόημα να μιλάω για ερμηνίες και μουσική, ειδικά σε τέτοιες ταινίες, δεν βρίσκω, θα χαρακτήριζα την μουσική υπόκρουση της ταινίας τουλάχιστον ενοχλητική. Επιτηδευμένη και με παράλογες αυξομειώσεις στην ένταση στερεί μεγάλο μέρος απ' την ατμόσφαιρα του έργου.


Υπάρχει και κάτι που πέτυχε στη σκηνοθεσία του ο Ratner. Έχει πετύχει απόλυτα στον καταληκτικό χαρακτήρα του φιλμ. Η ιστορία των κινηματογραφικών X-Men τελειώνει εδώ και αυτό είναι κάτι που γίνεται απόλυτα σαφές, κυρίως με τους τόνους που επιβάλει ο σκηνοθέτης. Υπάρχει βέβαια κι εκείνη η ύπουλη τελευταία σκηνή, αλλά σε γενικές γραμμές ολόκληρο το δεύτερο μέρος του φιλμ, αν και ρηχό όπως είπαμε, μοιάζει λυπητερή μπαλάντα, αφιερωμένη, όχι στους οπαδούς, αλλά στους ήρωες (πολύ ανώτεροι από κάθε κινηματογραφική μεταφορά τους), που ο καθένας ξεχωριστά, μέσα από πολύ προσεγμένες σκηνές, φτάνει στο τέλος της διαδρομής του. Βέβαια όλες οι κλιμακώσεις δεν παύουν να είναι πατενταρισμένες στον σύγχρονο κινηματογράφο αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας, τους Αλεξίσφαιρους Ντετέκτιβ είχε κάνει πριν ο άνθρωπος, όχι το Barry Lyndon.


Εν κατακλείδι... Όπως θα καταλάβατε είμαι κομματάκι απογοητευμένος από το X-Men: The Last Stand. Υποπτεύομαι πως οι λόγοι για αυτήν μου την απογοήτευση είναι αφενός η πολύ καλή δεύτερη ταινία κι αφετέρου το προβληματικό pre-production που γέμισε ανασφάλειες τους συντελεστές. Χαρακτήρες ήρθαν κι έφυγαν, μεταλλαγμένοι άλλαξαν φύλο και ιδιότητες και μπροστά στο μένος των οπαδών ο Ratner προτίμησε να ακολουθήσει τον πιο ασφαλή και συνάμα άνοστο δρόμο. Παρέδωσε μια ξερή περιπέτεια όσο πιο κοντά στο κλίμα του κόμικ γινόταν (και πάλι μίλια μακριά). Έψαξε και βρήκε ότι σχετικό υπήρχε σε παλία και νέα τεύχη της σειράς και το ενσωματώσε, με αρμονικό είναι η αλήθεια τρόπο, στην ταινία του. Έφτιαξε τις πλέον εντυπωσιακές σκηνές δράσης, με αποτέλεσμα το φιλμ να μοιάζει συρραφή action σκηνικών, αλλά αυτό είναι πρόβλημα που έχουν όλες οι σύγχρονες ακριβές αμερικάνικες περιπέτειες. Και μιας και φτάσαμε εδώ, υποθέτω πως όποιος αρέσκεται σε τέτοιου είδους ταινίες στο X-Men θα βρει μια απ' τις πολύ καλές του είδους. Οι μπαγάσες οι μεταλλαγμένοι έχουν μια μοναδική γοητεία που δεν μπορεί να την υπερνικήσει κανένας Ratner και κανένας Kinberg (εκ των σεναριογράφων). Ίσως μόνο ένας νεαρός Superman (άτιμε Singer άφησες τα παιδιά σου για τα λεφτά...). Σε αναμονή λοιπόν πια για τα spin-offs (με πρώτο καλύτερο το Magneto...)


Βαθμός: 5


(The Movies Cult 26-05-06)