Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

Du Levande


Πότε Κάφκα, πότε Γκαίτε...

Μια βόλτα στη βροχερή σουηδική πόλη αναπαράγει την ανθρώπινη μιζέρια και το μέγιστο, όσο και οικουμενικό, υπαρξιακό πρόβλημα: ζούμε σε βάρος των υπόλοιπων που δεν τους νοιάζει καθόλου.

Ο τίτλος και το ύφος του
Εσείς οι Ζωντανοί προέρχεται από ένα στίχο του Goethe (βρίσκεται στις Ρωμαϊκές Ελεγείες, σύνολο μουσικότατων ποιημάτων που συνέγραψε κατά τα ταξίδια του στην Ιταλία). Αναλόγως ο Roy Andersson υπογράφει τη δική του "ελεγεία στην ανθρώπινη ύπαρξη" με μια φιλοσοφημένη κι εξίσου μουσική κωμωδία.

Οι πλανόδιοι χαρακτήρες του έργου, εκφραστές μιας τυπικά απάνθρωπης καθημερινότητας, διατυπώνουν υπαρξιακά ερωτήματα, εκδηλώνουν αστικές συνήθειες, εργάζονται, ονειρεύονται, νευριάζουν, αλλά πάνω απ' όλα στερούνται επικοινωνίας με το συνάνθρωπο. Η δράση τους περιορίζεται σε στατικά μονόπλανα, πατέντα του σκηνοθέτη ώστε να απομονώσει τα επεισόδιά του και παράλληλα δείγμα του λιτού, καθαρού σινεμά που επιδιώκει κοντά στη λογική του Ροσελινικού νεορεαλισμού (σχετικά πάντα με την έκφραση και την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον).

Υπάρχουν δύο σκηνοθετικά ευρήματα που συναντάμε σ' ολόκληρη την ταινία. Το πρώτο είναι η καταιγίδα που φανερώνει την ανάγκη για ανθρώπινη αλληλεπίδραση (χαρακτηριστική σ σκηνή στη στάση του λεωφορείου) και το δεύτερο είναι μικροί απευθείας μονόλογοι μερικών απ' τους οριακά υπαρκτούς αντιήρωες του φιλμ στο φακό της κάμερας και κατ' επέκταση σε "εμάς τους ζωντανούς". Γιατί το οριακά υπαρκτοί που έγραψα παραπάνω εύκολα μεταφράζεται σε νεκροί, φροντίζει άλλωστε γι' αυτό η μουντή φωτογραφία και ο make-up artist με τα χλωμά πρόσωπα που δημιούργησε. ***Τα δύο αυτά ευρήματα συνδέονται άμεσα με το φινάλε: Στη θέα των βομβαρδιστικών που πλησιάζουν την πόλη καταλαβαίνει κανείς ότι η βροχή ήταν η τελευταία ευκαιρία των κατοίκων της. Στους μικρούς μονολόγους αποκαλύπτεται η πραγματική αιτία πίσω απ' το Du Levande: ο Andersson στην απελπισία των καθημερινών προσώπων του και στα κωμικοτραγικά περιστατικά, κρύβει μια έκκληση "ανθρωπιάς" (ειρωνεία που κρύβει αυτή η λέξη... εδώ αυτός που την στερείται απλά δεν είναι άνθρωπος), μια επίκληση απ' ευθείας στη συνείδηση του θεατή. Όταν και με τη βροχή (που τους φέρνει πιο κοντά) οι κάτοικοι αρνούνται να στραφούν στο διπλανό τους... τότε απλά έχουν ξεχάσει να ζουν και δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσουν να υφίστανται... Υπάρχει άραγε μεγαλύτερος αμφισβητίας της ανθρώπινης ύπαρξης από ένα βομβαρδιστικό αεροπλάνο;

Το Du Levande θα μπορούσε να είναι μια υπαρξιακή εκδοχή των περίφημων, όσο και σύνθετων Τραγουδιών. Οι αφετηρίες για την αντιμετώπιση του γενικού τους θέματος είναι πολλές φορές οι ίδιες. Η κωμωδία όμως μοιάζει να υιοθετείται ως αυτοάμυνα απ' τον σκηνοθέτη απέναντι στο πρόβλημα που τέθηκε στην αρχή: "Η ζωή είναι σύνθετη για τον καθένα από εμάς και το χιούμορ αυτό που μας σώζει. Έτσι, θα έλεγα ότι το Εσείς, οι ζωντανοί είναι μια φάρσα για την ανθρώπινη κατάσταση." δηλώνει ο ίδιος συμπεριφορά που αντανακλάται και στην ταινία. Μακάρι η λύση να σωζόμασταν τόσο απλά.

ΥΓ. Αντιγράφω για δεύτερη φορά απ' το δελτίο τύπου της ΑΜΑ: "Θέλω να διαπραγματεύομαι υπαρξιακά ερωτήματα μέσα από κοινές φαινομενικά συνηθισμένες καταστάσεις (σ.σ. και το καταφέρνεις απόλυτα). Μετά τον νεορεαλισμό και τον κινηματογράφο του παραλόγου - σήμερα, προσπαθώ να εισάγω τον trivialism (κοινοτοπισμό)." R. Andersson


Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

In Cold Blood


Όταν ο Truman Capote κατέγραφε τα γεγονότα πίσω απ' το φόνο της οικογένειας Clutter γεννούσε ολόκληρη σχολή για το αστυνομικό μυθιστόρημα (πραγματικά δε τα γεγονότα, καθαρά μυθιστορηματική η γραφή) η οποία αποθεώνει την μνημειώδη αναπαραστατικότητα του Εν Ψυχρώ. Το ρεπορτάζ που έγινε βιβλίο θα γνώριζε την πρώτη κινηματογραφική του διασκευή στα χέρια του Richard Brooks, σκηνοθέτη με μακρά θητεία στο κοινωνικό δράμα, αλλά και ενταγμένο πλήρως στο σύστημα παραγωγής και δημιουργίας του Ηollywood που ήθελε τους καλούς του σκηνοθέτες να δοκιμάζουν περισσότερα από ένα ήδη (τάση η οποία υποθέτω στοίχισε στην αρτιότητα του Αμερικάνου δημιουργού - και γνώρισε το μεγαλύτερο κριτή της στα διορατικά μάτια ενός Stanley).

Ο Brooks λοιπόν εκμεταλλεύεται στο έπακρο, πέρα απ' την αναπαραστατικότητα του βιβλίου, και το όποιο υποκριτικό ταλέντο του Robert Blake ο οποίος αναλαμβάνει να ενσαρκώσει τον Perry Smith, τον έναν απ' τους δύο φονιάδες των Clutters και αυτόν που συμπάθησε ο Capote. Μέσω του ευαίσθητου και νευρικού χαρακτήρα που πλάθει ο Blake, πρότυπο για αρκετούς ανάλογους σπουδαίους ρόλους, αναπαράγεται στο ακέραιο η ηθική διερεύνηση του συγγραφέα (ριγμένοι μα όχι ανύπαρκτοι οι ομοφυλοφιλικοί υπαινιγμοί).

Μετά το τέλος της διαδρομής του Perry το In Cold Blood γίνεται εύκολα μια έξοχη αναλογία του ιδιωτικού φόνου που διέπραξαν οι δύο εγκληματίες και του δημόσιου που ευλογεί η εκάστοτε πολιτεία των ΗΠΑ. Αν το έγκλημα των επίδοξων ληστών κρίνεται παράλογο, η εκτέλεσή τους κρίνεται ασήμαντη ή μάλλον διόλου σημαίνουσα.

Αυτή τουλάχιστον είναι η μία όψη, η άλλη, η πιο διαχρονική, θέλει ταινία και σύγγραμα να προσπαθούν με τον τρόπο τους να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, έναν στυγνό εγκληματία (άλλωστε ο Capote κι ο Smith είχαν γίνει "κολλητοί"). Απαιτεί μάλιστα η τιμωρία τους να επέλθει κι αυτή Εν Ψυχρώ στο ικρίωμα, χωρίς καν τίτλους τέλους.

Στους αποκομμένους κοινωνικά χαρακτήρες του βιβλίου ο Brooks βρίσκει γόνιμο έδαφος ώστε να πάει τον συνήθη προβληματισμό του ένα βήμα πιο πέρα. Πραγματευόμενος αληθινά γεγονότα, όπως ο φόνος, η αιτία πίσω απ' αυτόν και η εκτέλεση, έχει την ευκαιρία από μίνι προβοκάτορας να εξελιχθεί σε αντιμαχόμενος (για μία και μοναδική φορά με βάση και την μετέπειτα μικρή φιλμογραφία του). Το γεγονός ορθώς υποβιβάζεται στην πιστή αναπαράσταση και ο σκηνοθέτης στο καυτό θέμα της θανατικής ποινής παίρνει, πιθανώς χωρίς να το καταλάβει, ακέραια θέση ασπαζόμενος την αντίστοιχη του Capote. Τα 'χουν αυτά οι κόπιες...

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2007

The Bourne Ultimatum


Κάποτε ο Jason Bourne ήταν ο David Webb, έχει καμία σημασία;

Το τρίτο μέρος της σειράς ξεκινάει ακριβώς απ' το σημείο που μας άφησε το δεύτερο. Ο καλύτερος πράκτορας της κινηματογραφικής πιάτσας συνεχίζει να θυμάται ελάχιστα και τρέχει να ξεφύγει απ' τους υψηλά ιστάμενους διώκτες του. Αυτή τη φορά όμως είναι αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος στην όλη ιστορία με την οποία...

Ο Paul Greengrass αποκαλύπτει έναν κόσμο συναισθηματικά κενό στον οποίο το μόνο που μετράει είναι η αντοχή και η ταχύτητα. Πλήρως ενρμονισμένο δηλαδή με την φιλμική φύση του Bourne. Τα καλύτερα σχέδια υποκύπτουν στις ικανότητες του πράκτορα-ρομπότ. Στη CIA υπάρχει παρακλάδι που μισεί την γραφειοκρατία και έστησε ένα ολόκληρο πρόγραμμα για να εκπαιδεύσει δολοφόνους που θα δρουν ακαριαία. Τα πάντα γίνονται από δύο γραφεία, απλά και γρήγορα. Πως θα νικηθεί το όλο σύστημα; Θα αναγκαστεί να βγει απ' το γραφείο.

Τα πάντα τελικά θα κριθούν εκεί που ξεκίνησαν. Ο Bourne έχοντας φτάσει στην πηγή του κακού προφανώς δέχεται να ανέβει στην παγίδα που του στήνει ο δημιουργός του. Κι εκεί πριν την τελική πτώση αποδεικνύεται η επιτυχία του BlackBriar. Ο στερνός υπολογισμός του υπερπράκτορα θα είναι μηχανιστικός και διόλου ανθρώπινος.

Το on the move σινεμά του σκηνοθέτη, που ούτε μια επιγραφή δεν μπορεί να τραβήξει χωρίς να κουνιέται, αυτή τη φορά καθίσταται αιτιατό όχι προς χάρην μιας ρεπορτάζ περιγραφής, αλλά προς τέρψην του πολύ φιλοθεάμονος κοινού. Αν και συνεχίζουμε να ακολουθούμε τον ήρωα και τη δράση, η λογική της συνεχούς καταδίωξης στην ταινία επιπόλαια παραπέμπει περισσότερο στις στημένες action sequences. Πολύ ανώτερες βέβαια απ' οτιδήποτε άλλο στη μοντέρνα περιπέτεια (επιμένω πως η τριλογία στάθηκε ευεργετική για το πολύπαθο είδος - κοιτάξτε πως ευλόγησε τον 007). Σ' αυτό πέρα απ' την αμεσότητα της κινηματογράφισης (σχεδόν προδικασμένη) συμβάλλει και η δεδομένη πλέον ταύτιση του θεατή με τον χαρακτήρα του Matt Damon μετά την εις διπλούν επανάληψη.

Ο Bourne έπρεπε να πάθει αμνησία για να ξαναγίνει άνθρωπος. Η αναζήτηση για την χαμένη του ταυτότητα και επιμονή σ' αυτό το μοτίβο (ευτυχώς που τον Liman τον διαδέχεται ο Greengrass) είναι τόσο θεμελιώδης για τον κοινό νου που καταχρηστικά καλταλήγεις να συμπάσχεις με έναν δολοφόνο της CIA. Αν και στο καταιγιστικό τρίτο μέρος το βασικό αυτό πρόβλημα του ήρωα υφίσταται μόνο στην αρχή και στο τέλος, η σύνοψη με τα δύο προηγούμενα μέρη είναι τόσο επιτυχημένη (ειδικά στο τελικό τετ-α-τετ με τον επίσης πράκτορα σε κρίση) που στο φινάλε βιώνεις το τέλος της προσωπικής του σταυροφορίας.

ΥΓ1: Μοναδικό το συναίσθημα των τελευταίων δευτερολέπτων, λίγο πριν καταφύγουμε για τρίτη φορά στους Extreme Ways του Moby.

ΥΓ2: Μένει να δούμε τι θα γίνει με την κληρονομιά... (Ήδη άρχισαν να την καρπώνονται επιτήδιοι)