Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

Love in the Time of Cholera


Κρααααα

Γύρισα απ' τη Θεσσαλονίκη έχοντας παρακολουθήσει τουλάχιστον 2 μεγάλες συζητήσεις σχετικά με την σύγχρονη κριτική. Και οι δύο κατέληξαν στο ότι υπάρχουν σήμερα άνθρωποι που κρώζουν με θέρμη "μην πάτε να δείτε αυτό", "ταινία για τα σκουπίδια", "μείνετε μακριά" και λοιπά απαξιωτικά για τις διάφορες και αδιάφορες καλλιτεχνικές απόπειρες. Αυτοί οι άνθρωποι κάνουν κακό και στο κοινό και στο επάγγελμα του κριτικού.
Επαγγελματίας κριτικός δεν είμαι (ευτραφής νέος με άπειρο ελεύθερο χρόνο είναι θα 'ταν ένας πιο εύστοχος χαρακτηρισμός για το ποιόν μου) αλλά συμφωνώ εν μέρη με την παραπάνω θέση. Εκτός κι αν πούμε ότι η κριτική απευθύνεται μόνο σε μια ανώτερη διανοητικά τάξη. Δεν χρειάζεται να έχεις διαβάσει πολλά κείμενα για να καταλάβεις ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει στις μέρες μας.
Πάρτε όμως για παράδειγμα τον Έρωτα στα Χρόνια της Χολέρας...

Διασκευή του αιώνια (μετά τους 4 Γάμους) μέτριου Mike Newell κατ' ευθείαν απ' τα κλασικά εικονογραφημένα. Γνωστό τοις πάσι ότι είναι δύσκολο να ανεβάσεις Marquez στο σινεμά αλλά όχι κι έτσι βρε αδερφέ, αβίαστα και χωρίς καμιά προσπάθεια. Η μεταφορά δεν ακολουθεί απλά την πεπατημένη αλλά άγει τον αρπακολισμό σε νέα επίπεδα. Κατ' αρχάς έχεις να διαλέξεις τους ηθοποιούς που θα ενσαρκώσουν τους ευανάγνωστους χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Λες θα πάρω Λατίνους γιατί Λατίνοι είναι και στο βιβλίο. Πρωταγωνίστρια βάζεις την άκυρη Mezzogiorno, που δεν αποδίδει στο ελάχιστο την υποτιθέμενη γοητεία της ηρωίδας, παίρνεις τον καθαρά Hollywoodιανό Benjamin Bratt, που βγαίνει σαν τριτοξάδερφος του John-John, και τέλος καταφέρνεις και εξωθείς ένα σπουδαίο ηθοποιό όπως ο Javier Bardem σε μια ερμηνεία-ανέκδοτο. Κι αφού κάνεις το καλό με το all-tanned cast γιατί τους βάζεις και μιλάνε σπαστά αγγλικά;

Στη συνέχεια, έχεις να διαχειριστείς ένα δύσκολο εσωτερικό βιβλίο, ένα ερωτικό τρίγωνο που κουβαλάει πάνω του 40και χρόνια ιστορίας, σημειολογικός παράδεισος ακόμη και για αρχάριους "λύτες", πως σκατά καταφέρνεις να κάνεις μια τόσο επίπεδη ταινία. God dammit δηλαδή, τον τίτλο πριν το γυρίσεις δεν τον διάβασες;

Μηδέν αγαπητέ αναγνώστα... Προς χάρην της ερωτικής ιστορίας του πυρήνα όλα τα υπόλοιπα εκμηδενίζονται. Και με τόσους λατίνους επί της οθόνης αυτό δεν είναι πια σινεμά, είναι η Ουσουρπανδόρα σε αναβαθμισμένη και ψευτο-ιντελέκτ έκδοση.

Και για να επανέρθουμαι στα της αρχής... Το Love in the Time of Cholera, ταινία με σίγουρο κοινό, ανοίγει μαζί με τον καινούργιο Woody Allen (εκτός συναγωνισμού), με δύο ηλίθιες περιπέτειες (τα Ηitman και Shoot 'em Up), με την Avelon (ακριβώς από κάτω τα δικά της καμώματα), με το Βιολί (που δεν έχω δει) και με μια ακόμη κακή ταινία, το Good Luck Chuck. Κι όμως παρά τους υπέρτερους συντελεστές, παρά το όποιο ποιοτικό υπόβαθρο, παρά τις δεδομένες για τα λεφτά της τεχνικές αρετές είναι η μεγαλύτερη απάτη της εβδομάδας. Κυρίως γιατί παίρνει ένα δηλωμένο έργο τέχνης και το υποβαθμίζει σε τέτοιο βαθμό που γίνεται σαπουνόπερα. Υπήρχαν απαιτήσεις αλλά ξεπέρασε και τους χειρότερους φόβους. Χωρίς το άγχος του κριτικού μπορώ και το λέω ξεκάθαρα: Μην πατήστε στην αίθουσα γι' αυτή τη μλκία... Εκτός κι αν σας άρεσε το Σπίτι των Πνευμάτων (κι αυτό το γράφω για σένα μητέρα Μαριγώ, άσε που στη Σάμο μόνο από σπόντα θα το δεις :p). Για όσους άσχετους με το βιβλίο του Marquez σε καλή έκδοση το βρίσκετε με 3 euro αντί των 8 που έχει πάει το εισητήριο.

Εξοργιστικά κακό...

Das Wilde Leben


Η δικτατορία της ομορφιάς

Το
Das Wilde Leben ή 8 Miles High στα αγγλικά (που καταπίνεται ως σχετική με το κλίμα και την εποχή μετάφραση) ή 1000 Μίλια Έρωτα (;;; ο άσχετος τίτλος) στα ελληνικά είναι μια μικρή βιογραφία για την περιβόητη groupie Uschi Obermeier, βασισμένη μάλιστα στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο High Times: Mein Wildes Leben.

Ε και; (η πρώτη αντίδραση...)

Από πότε μας ενδιαφέρουν και οι ζωές των groupies θα πει κανείς. Μας ενδιαφέρουν από τότε που τις υποδύεται η
Natalia Avelon θα απαντήσω. Πλάσμα θεσπέσιο και εξαιρετικό που δεν διστάζει να κυκλοφορεί γυμνό για παραπάνω απ' τη μισή ταινία. Κατευθείαν στο Πάνθεον λέμε...
Γιατί σου λέει κύριος groupie ήταν η κοπέλα, δουλειά της ήταν να κρατάει ψηλά το ηθικό των ανδρών γύρω της. Ή απέναντί της, στα καθίσματα του σινεμά. Πίσω απ' τα βυζιά υπάρχει και ταινία.

Μην ονειρεύσαι τη ζωή σου. ΖΗΣΕ το όνειρό σου! (το tagline)

Το όνειρο της Uschi ήταν να ζήσει ελεύθερη και νομίζει πως το κατάφερε. Αρχικα στα 16 φεύγει απ' το σπίτι της και με τη βοήθεια χίπιδων κι αριστεριστών καταλήγει στην Κομμούνα 1. Εκεί ερωτεύεται και την ερωτεύεται ο Rainer Langhans!!! Αφού φτάνει να τον διαβρώσει ιδεολογικά εγκαταλείπει το κοινόβιο για να "συμμετάσχει" στην περιοδία των Rolling Stones. Jagger και Richards θα κάνουν από 'δω και στο εξής πολλές στάσεις στο εκάστοτε διαμέρισμά της. Στη συνέχεια ερωτεύεται τον Πρίγκηπα του Αμβούργου ή κατά κόσμον Dieter Bockhorn, έναν celebrity-τυχοδιώκτη που της υπόσχεται ότι θα γυρίσουν μαζί τον κόσμο. Αυτή του η υπόσχεση την ανάγκασε να αρνηθεί πρόταση για 10ετές συμβόλαιο με τον παραγωγό Carlo Ponti..!

Όπως μας τα λέει το 8 Miles High η
Obermeier περισσότερο κι από γυναίκα-σύμβολο της σεξουαλικής απελευθέρωσης ήταν ένας θηλυκός Forrest Gump. Στην Κομμούνα φτιάχναν βόμβες (μερικά δευτερόλεπτα στο φιλμ), οι Rolling Stones τρόπον τινά άλλαξαν τον κόσμο, ο Carlo Ponti παραμένει θρυλικός κι αυτή... πανταχού παρούσα αλλά αδιάφορη. Και το χειρότερο η τολμηρή groupie όπως παρουσιάζεται στην ταινία μόνο ελεύθερη δεν έζησε. Δέσμια του πόθου των αρσενικών, τρόπαιο στα χέρια του Πρίγκηπα που την κλείνει prive με ένα τηλεφώνημα.

Αυταπόδεικτη στο φιλμ η δικτατορία της ομορφιάς. Χάρη σ' αυτή η Uschi, ήταν μέσα σ' όλα. Μπροστά της ακόμη και ο βαρβάτος θεωρητικός Langhans ξέχασε τον Μαρξ και τον Νατσέγιεφ και άρχισε τις ζήλιες. Ολόκληρος Ponti της υπόσχεται ρόλο στο Επάγγελμα Ρεπόρτερ. Μόνο ο θηριοδαμαστής κι αυταρχικός Bockhorn τα βγάζει πέρα μαζί της. Το φιλμ είναι κακό, ασύνδετο και πολύ μεγαλύτερο απ' όσο θα 'πρεπε σε διάρκεια. Αλλά επειδή η Avelon είναι παραπάνω κι από όμορφη (τα πρώτα 5 αστεράκια για φέτος), όπως όμορφο είναι αισθητικά και το Der Wilde Leben, που πέρα από υψίστης ποιότητος σάρκα προσφέρει και μια εξαίρετη ανασύσταση της ταραγμένης εποχής στην οποία αναφέρεται, θα το βρείτε παντού, απ' τα μικρά και ξεχασμένα συνοικιακά σινεμά (που τέτοιες ευκαιρίες ψάχνουν) μέχρι το multiplex της γειτονιάς σας. Εμπορικός κινηματογράφος made in Germany.

Hitman


Κυνικός και φαλακρός εκτελεστής, ατσαλάκωτος και εντυπωσιακός, βρίσκεται παγιδευμένος μεταξύ Interpol, ρωσικών μυστικών υπηρεσιών και του ίδιου του χρηματοδότη του που έχει βαλθεί να τον ξεκάνει. Πρόκειται για μεταφορά στη μεγάλη οθόνη την ομώνυμης σειράς βιντεοπαιχνιδιών με πρωταγωνιστή τον θρυλικό Agent 47, έναν φινετσάτο (πάνω απ' όλα) hitman που ποτέ κανείς ζωντανός δεν έχει δει το πρόσωπό του.

Ως γνωστόν videogames και κινηματογράφος είναι τσακωμένα εδώ και καιρό. Οτιδήποτε περνά απ' την κονσόλα στο πανί και το αντίστροφο... χαλάει. Παραδόξως το Hitman, σκηνοθετημένο από κάποιον Xavier Gens, καταφέρνει να είναι πιστό στο παιχνίδι και παράλληλα κινηματογραφικό. Απ' την μία υπάρχουν πάμπολλες σκηνές να θυμίζουν τον ηλεκτρονικό ήρωα (η θέση της κάμερας πολλές φορές, το περπάτημα του πρωταγωνιστή, η σκηνή με τα λουλούδια, το φονικό καλώδιο κτλ κτλ κτλ). Απ' την άλλη το φιλμ καταφέρνει να πείσει ως ανεξάρτητη μοντέρνα περιπέτεια κι αυτό χαρή κυρίως στην λεπτομερή κινηματογράφιση της αρχής, με πολλά insert πλάνα σε αλληλοδιαδοχή.

Game over όμως όταν αρχίζει το ξυλίκι και οι πιστολιές. Το Hitman θα ήταν μια αξιοπρεπής, πέρα από σύγχρονη, περιπέτεια αν έλειπαν 2-3 μεγάλες σκηνές υπερβολικής δράσης όπως η τετραπλή ξιφομαχία (θυμήθηκα τον αγαπημένο μου Rossio σ' αυτό το σημείο) μεταξύ των πρακτόρων. Αντ' αυτού ξεπέφτει στα εύκολα, αραδιάζοντας ανούσια φασαρία σε τακτά χρονικά διαστήματα. Γιατί..; Για να μην απογοητεύσουμε τα παιδάκια που θα το δουν; Γιατί πίσω απ' τις κάμερες κρύβεται μεταξύ άλλων και ο extragavant Besson, επιρρεπής στην "πυξ, λαξ, δοντάξ" έντονη βία; Επειδή το είδος έχει ξεφτιλιστεί στις μέρες μας και ζωντανή απόδειξη είναι και η έτερη πρεμιέρα της εβδομάδας, το Shoot 'em Up; Όλα τα παραπάνω;.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

διόρθωση


Η νέα ταινία του Θάνου Αναστόπουλου (Όλο το βάρος του κόσμου, το εξαίρετο κι αδικημένο ντεμπούτο του) βασίζεται μερικώς και αορίστως σε πραγματικά γεγονότα. Μετά τον ποδοσφαιρικό αγώνα Αλβανίας - Ελλάδας μετανάστες πανηγύριζαν στους δρόμους της Αθήνας, προκλητικά θα πουν μερικοί ηλίθιοι, την νίκη της ομάδας τους με αποτέλεσμα να γίνουν στόχος για άκρως επικίνδυνους εθνονταήδες. Σε μια απ' τις αναπόφευκτες συμπλοκές ο Γιώργος Σημαιοφορίδης, κεντρικός ήρωας της διόρθωσης, σκοτώνει έναν Αλβανό ξυλοκοπώντας τον στα σκαλιά του μετρό. Φυλακίζεται και τέσσερα (!!!) χρόνια μετά βγαίνει με αναστολή αναζητώντας την σύντροφο και το παιδί του αλλοδαπού. Πλέον πρέπει πέρα απ' το δυσοίωνο παρόν του ως απόκληρος, να διορθώσει και τα λάθη του παρελθόντος...

Οι κοινωνικοί άξονες γύρω απ' τους οποίους περιστρέφεται η (καθαρά) πολιτική ταινία είναι ο εθνικισμός-χουλιγκανισμός (εδώ ταυτόσημα) και η ζωή των μεταναστών. Γι' αυτό και ο πρωταγωνιστής θα περάσει απ' τα παλιά στέκια των τραμπούκων φίλων του αλλά τελικά θα καταλήξει να δουλεύει σε ψητοπωλείο με Αλβανό ιδιοκτήτη. Η αλήθεια είναι ότι ο σκηνοθέτης θέτει στην συμφιλίωση του ήρωα με το περιβάλλον του όρους εντελώς ψεύτικους γι' αυτό και σε πολλά σημεία η ταινία πάσχει δραματουργικά. Το συναισθηματικό κενό όπως αποτυπώνεται στο ανέκφραστο πρόσωπο του ηθοποιού Γιώργου Σημεονίδη και η ελλειπής προσέγγιση σε δύο ούτως ή άλλως "κουκουλωμένα" θέματα απ' την ελληνική καθημερινότητα φτάνουν να μιλούν για μια διόρθωση που υπ' αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατον να συμβεί.

Σε πρώτο πλάνο λοιπόν υπάρχει πάντα ένας προβληματισμός που αμβλύνει (ωρολογιακές) καταστάσεις. Αν ψάξει όμως κανείς την πολιτική θέση του Αναστόπουλου μάλλον θα την βρεί στο φόντο. Ο σκηνοθέτης μ' αυτόν τον τρόπο επιστρέφει σε ένα σινεμά που έπαψε να υπάρχει μετά την ανόμαλη μετάβαση απ' την δικτατορία στην προεδρευομένη, σινεμά καταγραφής παρά γραφής.

Ο εθνικιστής Σημαιφορίδης (όνομα και πράγμα) γεννήθηκε το 1974. Έφτασε μια μέρα να σκοτώσει με την ελληνική σημαία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Το 1974 η Ελλάδα υποτίθεται ότι εξαλείφει τα άκρα της. Ψέμα... Η μεταπολίτευση έφερε την ουδετερότητα στο μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων, αλλά διατήρησε τους πόλους. Η παραδειγματική τιμωρία των Συνταγματαρχών ήταν λαϊκή απαίτηση. Δεν ήρθε και προέκυψε η 17Ν. Απ' την άλλη μεριά όταν βολεύτηκε κι ο τελευταίος της περίφημης γενιάς του Πολιτεχνείου βρήκαν πάτημα οι εθνικιστές και οι κρυφοφασίστες άρχισαν να γίνονται φανεροί. Η Αθήνα της ταινίας δεν είναι πόλη-σκηνικό είναι πραγματικότητα, γι' αυτό γεγονότα και ειδήσεις, όπως η αναστάσιμος ακολουθία παρουσία του Αρχιεπισκόπου και τα πραγματικά εξώφυλλα για τη δολοφονία του Φιλόπουλου, συνοδεύουν κάθε κίνηση του πρωταγωνιστή. Οι χούλιγκανς τελικά είναι ότι και οι παρελάσεις, ότι είναι και η εθνικιστική ομιλία του Χριστόδουλου στο Σύνταγμα, ότι και οι μυστικές ομάδες που περνάν τη μέρα τους στα γυμναστήρια ώστε μια μέρα να βγουν να πλακώσουν έναν αλλοδαπό. Η Ελλάδα ως φασιστικό κατάλοιπο.

Αν η διόρθωση έχει σκοπό να αλλάξει τον ήρωά της έχει αποτύχει παταγωδώς. Ως καθρεύτης μιας πολιτικής πραγματικότητας όμως δεν χαρίζεται σε κανέναν. Κάποτε τέτοιες ταινίες ήταν επιτακτικά αναγκαίες. Ο Αναστόπουλος υπόγεια αποδεικνύει ότι 25 χρόνια μετά η ανάγκη υπάρχει ακόμα.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

We Own the Night


Το κρίμαν

Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Κάποια στιγμή, κάτι γίνεται και... (καμπούμ) στη βιδώνει και γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Αρχίζει να στροφάρεις ανάποδα βρε αδερφέ. Αυτό που έπαθε ας πούμε ο Gray και ο πρωταγωνιστής του. Κάτι ανάλογο μ' αυτό που έπαθε 'ενα γενναίο 3.8% των Ελλήνων και σε ανύποπτο χρόνο ακούστηκε το κορυφαίο χορατό περί "μνημείου τω άγνωστω αστυνόμω"...

Μετά την μαρτυρία του We Own the Night πάντως, τολμώ να πω πως αν τη θέση του Μ. Γεωργίου του εις φόντον Φιδοκτόνου (το "Μ." δεν είναι απαραίτητα Μέγας) στην Βουλή την είχε ο παλιομοδίτης σκηνοθέτης η ανέγερση του εν λόγω μνημείου, με το υπάρχον καθεστώς δημοκρατίας, θα είχε ήδη δρομολογηθεί.

Κρίμα γιατί στην αφόρητα αστυνομική αυτή περιπέτεια υπάρχουν 4-5 εξαιρετικά γυρισμένες σκηνές. Φυσικά και το αισθητικό αποτέλεσμα του αγαπημένου Yards.

Back to the 80's η ταινία απ' όλες τις απόψεις...

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Taxidermia


Πολιτική σάτιρα για γερά στομάχια

Σύσσωμο το ανατολικό μπλοκ μετά την δολοφονία του Τσαουσέσκου και τις επί Γκορμπατσόφ εξελίξεις έσπευσε να αποτινάξει ως ασθένια το γερασμένο καθεστώς. Στις περισσότερες χώρες μπροστάρηδες στάθηκαν οι καλλιτέχνες (μιας και οι σοβαρότεροι των πολιτικών ήταν πιο μπερδεμένοι απ' τον βουβό λαό). Στο σινεμά πρωτοστάτησαν οι Ρουμάνοι, με πρότυπο πάντα την Άνοιξη της Πράγας, ακολούθησαν οι πρώην Γιουγκοσλάβοι και στη συνέχεια σοβιετικοί (με τελευταίους τους Ρώσσους να σημειωθεί). Η σειρά δικαιολογείται αν θεωρήσουμε ότι ανάλογη της δράσης είναι η αντίδραση.

Συνεχίζοντας την ίδια λογική τελευταία έρχεται η Ουγγαρία. Χώρα με παράδοση σε σπουδαίους κινηματογραφιστές αλλά ως επί το πλήστον άσχετους με κουμμουνιστικό αποδομητισμό. Απ' όλες τις ανατολικές χώρες οι Μαγυάροι είχαν μάλλον το πιο ήπιο καθεστώς και παράλληλα το "αυτοκρατορικό" τους παρελθόν τους εξασφάλισε οικονομικούς δεσμούς με τη Δύση, παρά την εγκατάσταση των Σοβιετικών στη χώρα μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την προσωρινή σταλινοποίηση στα χρόνια του Ράκοσι.

Το Taxidermia του 2006 (η ταινία πρωτοπροβλήθηκε στις Κάννες του 2006 οπότε και άρχισαν τα εγκώμια, αλλά μόλις φέτος κυκλοφορεί διεθνώς) είναι μια σαφέστατη και ευρυματική πολιτική σάτιρα για την εξέλιξη του κομουνισμού. Πιστός στην προλογιζόμενη παράδοση και με την με την ασφάλεια που προσφέρει η τεράστια καθυστέρηση, ο Gyorgy Palfi στήνει ένα δεικτικότατο φιλμ σχετικό με τις ρεαλιστικές επιδιώξεις (και το τελικό outcome φυσικά) του "μεγαλύτερου κοινωνικού πειράματος" που έγινε ποτέ.

Τρεις γενιές, τρία διαφορετικά στυλ. Εν αρχή ένας στρατιώτης, αναγκασμένος να καταπνίγει τα ένστικτά του και τις ορέξεις του φλογοβόλου του πέους, ξεσπάει εκστασιασμένος στο κουφάρι ενός γουρουνιού. Η χοντρή σπιτονοικοκυρά του στη συνέχεια θα γεννήσει ένα μωρό με στριφτή ουρά που μέλλει γίνει πρωταθλητής στο ευγενές όσο και αηδιαστικό άθλημα της ταχυφαγίας. Οι αιχμές του σκηνοθέτη απ' αυτό το σημείο και μετά γίνοντα πιο σαφείς (η αλήθεια είναι ότι αν μπεις χωρίς μπούσουλα στην προβολή "χάνεις" ολόκληρο το πρώτο μέρος).

Το πείραμα που λέγαμε παραπάνω, προσωποποιημένο στον ταχυφάγο αθλητή, κατεβαίνει με έναν σύν-τροφο σε αγώνα με τις υπόλοιπες κομμουνιστικές χώρες. Και όσο τρώει τόσο ξερνάει, όσο αγωνίζεται τόσο σαπίζει. Ευτυχισμένο, ζει ένα ρομάντζο που εξελίσσεται στο πλέον υπέρβαρο ερωτικό τρίγωνο που είδατε ποτε. Τα πάντα είναι ρόδινα μέχρι το έμφραγμα.

Το δεύτερο παιδί που θα γεννηθεί κατά την αναδρομή του Taxidermia θα γίνει ένας ασθενικός και άσχημος ταριχευτής. Δουλειά του εκτός απ' το να συντηρεί ψοφίμια είναι να φροντίζει τον πατέρα του, τον θετό πατέρα του, θετό όπως αυτός που του έχουν θέσει. Ο κάποτε ένδοξος αθλητής, είναι πλέον ένα τεράστιο ξεχειλωμένο σκιάχτρο που ζει σε ένα δωμάτιο με τις υπερτροφικές γάτες του. Στην τηλεόραση βλέπει τους νέους πρωταθλητές ταχυφαγίας που φυσικά είναι Αμερικάνοι. Συνεχίζει να καταναλώνει, με τις κούτες μάλιστα, αγαθά του σούπερ μάρκετ χωρίς να είναι σε θέση να προσφέρει τίποτα και παράλληλα βρίζει τον γιο του επειδή δεν έγινε κι αυτός χοντρός.

Αυτό το τελευταίο μέρος αποτελεί το πιο οξύ απ' την γενική κριτική του σκηνοθέτη πάνω στον κομμουνισμό και την διαδρομή του. Το σάπιο πλέον καθεστώς που συνεχίζει να ταλαιπωρεί τα παιδιά του και νοσταλγεί τις εποχές που τέλειωνε το φαί του πρώτο αποτελεί, πέρα απ' την οδηγό αιτία για την απότομη αντίδραση των ανατολικών χωρών (αποτυπώνεται κι αυτή στην ταινία), το κορυφαίο των ευρυμάτων του Palfi . Τουλάχιστον μέχρι το επόμενο που δεν είναι άλλο απ' το ασύλληπτο φινάλε. Ένα πράγμα που πολλάκις απήλαυσα στο Taxidermia είναι η κλιμακούμενη του σατιρική σημειολογία. Η συνολική παρουσιάση μιας 70χρονης υπαρκτής κατάστασης, που σφόδρα αντιφάσκει με την μη ουσιαστική ύπαρξη του κομμουνισμού, γι' αυτό και η σάτιρα δεν γίνεται στη βάση της θεωρίας (πως θα μπορούσε άλλωστε ο Ούγγρος σκηνοθέτης) αλλά στην σύγχρονη πολιτική ιστορία αυτών των χωρών, την καλώς ή κακώς συνυφασμένη με τις μαρξιστικές διδαχές.

Αν θέσουμε θέμα αισθητικής, γιατί καταλαβαίνω ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να ενοχληθεί απ' τις αλλεπάλληλες εκκρίσεις και την παρέλαση σωματικών οργάνων που λαμβάνει χώρα στην οθόνη, πάλι θα σταθώ στο πλευρό του Palfi. Όσο εξεζητημένες κι αν είναι οι επιλογές του, προτιμώ να βλέπω την σάτιρα πίσω απ' τα ρεύματα και τις εικαστικές επιρροές. Ήδη έχουν φορτώσει το έργο στα δύο χρόνια ζωής του με τους χαρακτηρισμούς "σουρεαλιστικό" και "μαγικός ρεαλισμός". Η αλήθεια φορμαλιστικά βρίσκεται πιο κοντά στο δεύτερο αλλά το θέμα της έχει να κάνει με κάτι το αγνά σουρεαλιστικό. Ως σάτιρα λοιπόν το Taxidermia υιοθετεί απολύτως αρμοστές καυστικές σκηνές.

Ευχή:
O Μεγαλοδύναμος να σας φωτήσει να αντέξετε μέχρι το τέλος...

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2007

The Ugly Duckling and Me!


Παιδικό γλυκύτατο


Το παραμύθι που αναφέρει ο Andersen ως αυτοβιογραφικό, δεν θα μπορούσε να ήταν παρά μια ιστορία κοινωνικής αναγνώρισης. Το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος. Ένας παραμυθάς που έγινε αναγνωρισμένος λογοτέχνης. Αυτό για την ιστορία, η ταινία καμία σχέση βέβαια...

Η παρούσα κινηματογραφική διασκευή του είναι δανικής προέλευσης, ελάχιστος φόρος τιμής απ’ τους συμπατριώτες του. Animation που μοιάζει να βγήκε από στούντιο της DreamWorks ή της Pixar αλλά τελικά πολύ πιο φτωχό. Αυτό βέβαια καθόλου δεν θα πειράξει το πολύ ανήλικο κοινό στο απευθύνεται αποκλειστικά η ταινία.

Θα το δείτε να κυκλοφορεί μόνο σε ελληνική μεταγλώτισση με τις φωνές των Σάκη Μπουλά, στο ρόλο του πανούργου ποντικού Ράτσο που υιοθετεί προς εκμετάλλευση το ασχημόπαπο, Ρένου Χαραλαμπίδη, που επιδίδεται σε λαρυγγισμούς στο ρόλο του έφηβου και πλήρως ανεπτυγμένου κύκνου, και του πανταχού παρόντα (σ΄αυτού του τύπου της παραγωγές) Σπύρου Μπιμπίλα.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2007

Persepolis


Ο άνθρωπος πίσω απ' την ιδεολογία

(
Αντιπαραβάλω το κείμενο με την "κριτική" στο Lust, Caution. Άποψη μου ότι η κεντρική ιδέα είναι η ίδια, εξ και τα περί δυτικής κακοτροπίας στο προηγούμενο κείμενο. Το "πίσω" στον υπότιτλο μπαίνει για να δηλώσει αυτόν που ακολουθεί τις ιδεολογίες κι όχι αυτόν που τις δημιουργεί προφανώς... Btw γυρίζουν ταινία με τη ζωή του Μαρξ για όσους δεν το γνωρίζουν ήδη)

Το
Persepolis αποτελεί αυτοβιογραφική σειρά κόμικ της Marjane Satrapi, Ιρανής στην καταγωγή σκηνοθέτιδος πλέον (την χαρακτηρίζουμε με την πρωτεύουσα απ' τις πολλές ιδιότητές της, χεχε) η οποία μεγάλωσε στην Τεχεράνη την εποχή της θρησκευτικής επανάστασης. Περιγράφει δε τα χρόνια, τα πολυτάραχα και πολιτικά χρόνια, που πέρασε ως νεανίας μέχρι να εγκατασταθεί μια και καλή στη Δύση και την Γαλλία. Η πιστή κινηματογραφική μεταφορά του αποτελεί ένα ενήλικο animation που έφτασε μέχρι το Φεστιβάλ των Καννών αποσπώντας μάλιστα βραβεία (αυτό της επιτροπής συγκεκριμένα - εξ ημισίας με το Silent Light του Reygadas) και πλείστα θετικά σχόλια.

Σαν ολοκληρωμένο φιλμ λοιπόν το
Persepolis είναι πρωτίστως πολιτικό και στη συνέχεια μια ιστορία ενηλικίωσης, κι εγώ μόλις άρχισα να το αδικώ.

Ξεκίνησα πολύ πριν να γράφω το γιατί ΔΕΝ είναι και καλό, και κατάλαβα ότι απλά αναπαράγω τους θεματικούς κύκλους της ταινίας. Το σενάριο παρακολουθεί αρχικά μικρό κομμάτι απ' την ιστορία της Περσίας και στην συνέχεια μετακομίζει με την
Marjane στην Αυστρία όπου η πρωταγωνίστρια, ζώντας ως ξένη στο περιθώριο μελετά τους θεωρητικούς (μα καλά κι αυτοί οι αθεόφοβοι οι γονείς της στην Αυστρία βρήκαν να το στείλουν το κορίτσι; - ήδη αγαπημένη η σκηνή που συσχετίζει την εμμονή στη λαϊκή παράδοση των κεντροευρωπαίων με το φασισμό). Τότε είναι που σαν χαρακτήρας η Satrapi γίνεται πιο απαθής από ποτέ. Φαίνεται κι απ' τη στάση που υιοθετεί όταν επιστρέφει για τελευταία φορά στο Ιράν, αποδεικνύεται κι απ' τα κόμικ που παραδίδει σήμερα. Η ταινία δεν φείδεται πολιτικής ανάλυσης στο πρώτο μέρος όπου και βλέπουμε το πέρασμα απ' το κράτος του Σάχη στο σκληρό θεοκρατικό καθεστώς που ακολούθησε τον πόλεμο με το Ιράκ. Μια ωραιποιημένη εκδοχή της οικογένειάς της με τους αριστερούς γονείς και τον μαρξιστή θείο φροντίζει γι' αυτό. Απ' τη στιγμή όμως που η ίδια η ηρωίδα καλείται να πάρει θέση απέναντι στα πράγματα, τόσο σαν ενήλικη όσο και σαν δημιουργός-επέκταση του χαρακτήρα που βλέπουμε στο πανί, τότε διαφαίνεται "ο άνθρωπος πίσω απ' τις ιδεολογίες". Απ' το πρώτο καρέ του φιλμ η Marjane παπαγαλίζει αυτά που της μαθαίνουν στο σχολείο, στη συνέχεια ως μαθήτρια συναναστρέφεται με αριστεριστές που παπαγαλίζουν θεωρίες και αποφασίζει να τις μελετήσει "to fit in", για να καταλήξει κάποια στιγμή μετέωρη παπαγαλίζοντας την αντίδραση (ώσπου να παρέμβει η απελευθερωμένη γιαγιά). Τελικά η ταινία βρίσκει ευκόλως ανταπόκριση σε απολιτίκ προοδευτικές συνειδήσεις, μιλώντας καλύτερα για την εκάστοτε ηλικία της πρωταγωνίστριας παρά για οτιδήποτε άλλο.

Το παραπάνω με οδηγεί στο εξής συμπέρασμα: η
Satrapi όπου και σε ότι συνθήκες κι αν βρίσκεται να είναι μια εξαιρετική παρατηρήτρια. Ακόμη και το τρόπον τινά πολιτικό ον που παρουσιάζει το περιγράφει τέλεια, να μην ήταν κι αυτός ο παράγοντας αυτοβιογραφία γμτ... Στον πολιτικό καμβά σκιαγραφούνται σταδιακά και ανθρώπινες ανάγκες, που διαφέρουν ανάλογα με το αν βρισκόμαστε σε Ανατολή ή Δύση. Δεν μιλώ μόνο για την θεμελιώδη απαίτηση του καθενός για ελευθερία, ας πούμε για την Marji προκύπτει πρόβλημα επικοινωνίας όταν είναι στην Αυστρία ή πρόβλημα στις προσωπικές της σχέσεις. Είναι χαρακτηριστικό πως αντιμετωπίζει τον έρωτα και τον χωρισμό όταν είναι φοιτήτρια και υπό ποιες συνθήκες παντρεύεται και χωρίζει πίσω στην πατρίδα της. Αυτό που παραμένει κοινό παντού είναι το υποβόσκον κοινωνικό αδιέξοδο. Μέσω αυτής της διαπίστωσης και της αισθητικής του ασπρόμαυρου animation γεφυρώνονται δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι. Αυτή ίσως να είναι και η μεγαλύτερη κατάκτηση του Persepolis.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

Lust, Caution


Ο άνθρωπος πάνω απ' την ιδεολογία

Με ένα σενάριο που θα έκανε τον Μανούσο Μανουσάκη να καταριέται που δεν γεννήθηκε Κινέζος ο Ang Lee επιστρέφει μετά τον καλλιτεχνικό θρίαμβο του Brokeback Mountain με μια κινέζικη ταινία. Δεν είναι μόνο η γλώσσα, είναι το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται το φιλμ. Τον καιρό που είχαμε τα εσωτερικά μας στην μικρή Ευρώπη, η τρίτη δύναμη του άξονα είπε να κατακτήσει την πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο.

Μια νεαρή και όμορφη ηθοποιός μέλος ενός θιάσου αντιστασιακών γίνεται το δόλωμα στην προσπάθεια για την δολοφονία ενός δωσίλογου ταγμένου στην πλευρά των Ιαπώνων κατακτητών. Μέχρι εδώ όλα καλά... Η πρωταγωνίστρια είναι αρχικά η αστή κυρία Μακ, σύζυγος μεγαλεμπόρου, αλλά δεν αργεί να γίνει η ερωμένη του ρουφιάνου - καλύτερα όπως και να 'χει απ' το να περιμένει στην ουρά για το συσσίτιο. Και επειδή οι σύντροφοί της εκτέλεση τάζουν και εκτέλεση δεν γίνεται φτάνει να δοθεί στον εχθρό ολοκληρωτικά, ψυχή τε και σώματι.

Απ' τη σύνοψη είναι προφανές ότι ο Lee παίζει σε πολλά ταμπλό και το αποτέλεσμα είναι 2.5 απ' τις πυκνές ώρες που είδα τελευταία στο σινεμά. Και ο άτιμος παίζει παραδοσιακά. Αναλογιζόμενος την φιλμογραφία του, ακόμη και το μεταλλαγμένο Hulk, μου φαίνεται ότι για πρώτη φορά ενδίδει στην ελευθερία που αποδίδει η κίνηση της κάμερας. Πιο άμεσο σινεμά και να πως περνάνε 157 λεπτά νεράκι. Επιμένει επίσης, παραπάνω απ' ότι συνηθίζει, στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες: μέχρι πρότινος έπρεπε μόνος του ο θεατής να κάνει τους συνειρμούς αλλά εδώ αποδεικνύεται αναλυτικότατος στα πως-πότε και γιατί που θέτει το βιβλίο της Eileen Chang. Εν τέλει το Si, jie όπως είναι ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας παρουσιάζει δομή και στυλ ανάλογο με αυτά των δυτικών κατασκοπευτικών θρίλερ που αναφέρονται στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Κι εδώ αρχίζει το μπέρδεμα.

Το φιλμ είναι εν γένει περιπετειώδες και κατασκοπευτικό, υιοθετώντας υποσχόμενη για το φινάλε αφηγηματική δομή, για να εξελιχθεί σε στιγμές σε ερωτικό ή έντονα δραματικό. Με τη σειρά του αυτό μοιράζει άνισα το χρόνο μεταξύ των θεματικών πόλων της ταινίας. Η πολιτική υποχωρεί πολύ νωρίς για να επανέλθει άκομψα στην συνέχεια με την κατάδειξη της στείρας νοοτροπίας των αντιστασιακών. Η πρωταγωνίστρια, ιδεολογικά μια πόρνη (έστω κι απ' την ανάποδη αφού "πληρώνεται" την σαρκική εξάρτηση), εναλλάσει ρόλους μεγαλοαστού, συζητώντας τις τελευταίες τάσεις της υψηλής μόδας, και κατατρεγμένης, περιμένοντας με το κουπόνι στο χέρι ένα πιάτο φαΐ (μακάρι να ήταν και στην πραγματικότητα τόσο καλή ηθοποιός). Σκηνές πάθους διαδέχονται το κύρηγμα των συντρόφων. Εν τέλει ο άνθρωπος πάνω από όρους και ιδεολογίες. Ένα προσωπικό δίλημμα (μυθοπλασία) που ξεπερνάει την ιστορία, την αληθινή δηλαδή ιστορία όπως προκύπτει μέσα απ' την ανασύσταση του Lust, Caution. Θα έπρεπε να μιλάμε για ατελή δημιουργία...

Αλλά τι να κάνω αναγνώστα που μετά από δύο περίπου... μπουρδουκλωμένες ώρες φτάνουμε πάλι στην εκκίνηση του φιλμ κι εκεί ψοφάω. Τι να πω για την κατάληξη που συνοψίζει υποτίθεται τρία χρόνια προετοιμασίας για μιαν εκτέλεση που πλέον δεν μπορεί να γίνει. Αφήστε τους άλλους (τους δυτικούς) να μιλάνε με λόγια κλεμμένα για το μάταιο της ανθρώπινης ύπαρξης και δείτε εδώ πόσο πιο τίμιος είναι ο Κινέζος. Οι στιγμές μέχρι το ρολόι να χτυπήσει 10 βγάζουν ένα μικρό αριστούργημα. Το άνισο της δημιουργίας δεδομένα θα διχάσει (συγγνώμη για την παρήχηση), αλλά στη θέα της άδειας κλίνης και με όλα όσα έχουν προηγηθεί στο ανατρεπτικό ηθικά φινάλε κατανικούν την αντικειμενικότητα και τις ισχνές αλλά επαρκείς ιστορικές μου γνώσεις (που θα προσδιόριζαν το Lust, Caution σαν αποτυχημένο peplum). Όχι μόνο το Χρυσό Λέοντα αλλά και τα Χρυσά Μήλα των Εσπερίδων άμα μπορούσα.


Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

Shoot 'em Up

"Future Cult"

To Shoot 'em Up είναι όρος δανεισμένος κατευθείαν απ' τα video games. Σ' αυτού του τύπου τα παιχνίδια ο παίκτης, χειριζόμενος συνήθως εξυπνάκια ήρωα, καλείται απλούστατα να πυροβολεί ό,τι κινείται. Περισσότερο video game παρά ταινία και το Shoot 'em Up υιοθετεί την παραπάνω λογική. Απεριόριστο πυροβολητό, αμέτρητες ατάκες του τύπου "You Fucken Fuck", γραφική βία και John Woo. Ιδού ολόκληρη η ταινία σε μια πρόταση.

Αν ακόμα ψάχνετε για συντελεστές και υπόθεση τότε σας λέμε ότι στην ταινία του Michael Davis ο κακός Paul Giamatti κυνηγάει τον καλό Clive Owen, ο οποίος με τη σειρά του κουβαλάει ορφανό βρέφος, του οποίου ο νωτιαίος μυελός είναι απαραίτητος για έναν υποψήφιο γερουσιαστή, και την γαλακτοφόρο πόρνη Monica Bellucci.

Στην σύγχρονη περιπέτεια η κατάσταση πλέον διαμορφώνεται ως εξής: υπάρχουν περήφανα απομεινάρια της μεσουρανούσης στα 80's-90's καρά-δεξιάς περιπέτειας μαζικής καταστροφής (πάρτε για παράδειγμα τον κουρασμένο Bruce Willis του Die Hard 4.0), υπάρχει η intellect και επιτακτικά επίκαιρη εκδοχή της που προτείνει μια πιο ρεαλιστική αντιμετώπιση για τους ήρωές της (όχι ότι ξεφεύγουμε από κλισέ ακρότητες - οι ταινίες του Bourne, ο τελευταίος Bond), και τελευταία προέκυψε και μια γενιά κινηματογραφιστών που στον αντίποδα του μερικού "εξευγενισμού" των action heroes και των σεναρίων, επαναφέροντας την αισθητική των παιχνιδιών και των κόμικ, δημιουργούν αγνές ταινίες ακραίας και παράλογης καταιγιστικής δράσης (οι ταινίες του Statham με αποκορύφωμα το περσινό Crank). Το Shoot 'em Up ανήκει προφανώς στην τρίτη "αντιδραστική" κατηγορία. Ορίζει επίσης το καταιγιστικό... Υποτίθεται ότι έχει και χιούμορ... Κι εγώ ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω ποιος καλός Θεός έστειλε στον σκηνοθέτη τέτοια τριπλέττα πρωταγωνιστών. Παρ' ότι στην καθ' όλα ασόβαρη ταινία δεν υπάρχει τίποτα άλλο από χαβαλές γ' διαλογής και κρέατα, είναι μαθηματικά βέβαιο πως κάποια στιγμή, κάποιος σινεσωτήρας θα την βαφτίσει καλτ και θα αγαπιέται στον αιώνα τον άπαντα. Δεδομένων

  1. της τάσης την οποία εκπροσωπεί (απ' το πολυβόλο συφερτό, που τα τελευταία χρόνια πρέπει να έχει στείλει στον τάφο πάνω απ' τον μισό αντρικό πληθυσμό των ΗΠΑ, είναι η αξιολογότερη ταινία, λέμε τώρα)
  2. των ηθοποιών που ηγούνται του καστ (Owen και Giamatti πάνω στο peak τους, Monica διαχρονική "σινεφίλ" αξία)
  3. την pulp υφή του με τους τραβηγμένους χαρακτήρες
  4. την πετυχημένη απομίμιση της ασιατικής χορογραφημένης δράσης

ε όλο και κάποιος καλοπροαίρετος θα βρεθεί...

Δείτε τη λοιπόν για να πείτε ότι την είδατε τόοοοτε... Ή δείτε επειδή είστε φανς της ανεγκέφαλης περιπέτειας και του Woo... Ή επειδή θυμάστε ακόμα τα εκπληκτικά Παιδιά των Ανθρώπων και δεν μπορείτε να αποβάλλετε την εικόνα του Clive να κρατάει στοργικά ένα νεογνό ή επειδή θέλετε να δείτε πάλι τον Clive σε ρόλο Bugs Bunny ή επειδή είστε άντρες και δεν μπορείτε να αποβάλλετε την εικόνα της Monica γενικώς... Οι υπόλοιποι μακριά.