Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Jules Dassin 1911-2008


Απώλεια πλήρης ημερών...
R.F.F.

Κωμωδία

Χθες το βράδυ λίγο πριν φύγω, πήρα αποφασισμένος το τηλεκοντρόλ στα μωρουδίστικα χέρια μου και πέρασα όλα τα κανάλια της 14'' TV από το 1 μέχρι το 15...

Το κρατικό έπαιζε το Amici Miei του Monicelli, το Μακεδονία είχε τον Al Bundy να κοροϊδεύει το γιο του και το ANT1 είχε το Dodgeball... H ΕT1 είχε το Amici Miei... του 1975. Και το ANT1 το Dodgeball... Κι η ΕΤ το Amici Miei...............

(Δεν είναι και τόσο δύσκολο πράγμα οι κωμωδίες ρε παιδιά)

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Ερωτικά Μαθήματα για Επαναστατική Δράση


"Ένας δάσκαλος, ο Erωsa Nikate Mahan, Ελληνοβραζιλιανοαιγυπτιώτης την καταγωγήν, κάνει μαθήματα θεωρητικά και πρακτικά σε φοιτητές, αναλύει γιατί τη σημερινή εποχή αποτύχαν όλα τα πολιτικά συστήματα, και αποδεικνύει διά της “εις άτοπον απαγωγής” ότι όλες αυτές οι θεωρίες, όλα αυτά τα κατασκευάσματα είναι αντιερωτικά γιατί δεν περιλαμβάνουν τον ΕΡΩΤΑ, τη δημιουργό αιτία των πάντων, “το κινούν αίτιον του ΣύμΠΑΝτος” κατά τον Πλάτωνα"

Το ψηφιακό φιλμ του Νίκου Αλευρά εξετάζει τον έρωτα και την αγάπη ως ύψιστα ιδανικά, χωρίς καμιά προκατάληψη, με χιούμορ αλλά και με πάμπολλη φλυαρία. Στην πορεία ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής προσπερνάει ταμπού χιλιετιών και αναπτύσσει (ή τουλάχιστον αποπειράται) μια αρχαιοελληνικώς επηρεασμένη αλλά ολότελα δικιά του πανερωτική θεωρία. Αναλογιζόμενοι τώρα την κατά βάση πουριτανή κοινωνία που ζούμε, τόσο το θέμα όσο και ο εντελώς άναρχος τρόπος κινηματογράφισης κανονικά θα έπρεπε να συνιστούν ένα ρηξικέλευθο φιλμ με τον τρόπο ας πούμε που ποίησε κάποτε ένας Μακαβέγιεφ ή ένας Μπορόβτσικ, σε σαφώς μικρότερη κλίμακα. Επαναλαμβάνω αναφέρομαι στον τρόπο που αντιμετωπίζει τις προκαταλήψεις (κοινωνικές και κινηματογραφικές) και όχι στην ποιότητα του τελικού προϊόντος...

...Το οποίο πάσχει σε όλα τα επίπεδα και δικαιολογημένα. Διότι όταν ευαγγελίζεσαι διονυσιακές "τεχνικές" και φιλοσοφίες αναγκαστικά ξεπέφτεις στην αμπελοφιλοσοφία. Όταν λες ότι τα Ερωτικά Μαθήματα για Επαναστατική Δράση είναι ουσιαστικά μια ελευθεριακή απόπειρα ποιητικού κινηματογράφου και αντ' αυτού δασκαλίζεις επί μιάμιση-δυο ώρες τότε δεν αποζητάς ευερέθιστο κοινό αλλά στερημένα μαθητούδια. Αν πάλι, πράγμα που υποψιάζομαι, δεν σε ενδιαφέρει η αποδοχή και μπαμπαλίζεις επειδή αγαπάς του ΠΑΝτες και τα ΠΑΝτα, τότε ερωτικά μιλώντας, ποιείς αυνανισμό. Στην περίπτωση δε που σολάρεις, χορεύοντας και τραγουδώντας, σε μια παραλία, μπροστά σε μία κάμερα, άνευ λόγου και αιτίας τότε δυστυχώς μιλάμε για μαλακία ολκής.

Η ταινία του Αλευρά δεν απέχει πολύ απ' το τελευταίο... Υπάρχει λόγος και σκοπός, υπάρχει θέση και ανατρεπτική διάθεση, λείπουν όλα τα υπόλοιπα. Όχι αυτά που θα συνιστούσαν ταινία, αυτά ξεχάστε τα. Λείπει μια ποιοτική διεργασία για να οδηγηθεί ο θεατής στο ξεχειλωμένο συμπέρασμα και την επαναστατική δράση.

Vantage Point


Ιδού η μοντέρνα προπαγάνδα. Οι τρομοκράτες του σινεμά βρίσκονται εκεί που τους θέλει ο πραγματικός Λευκός Οίκος. Τώρα που η ΕΤΑ κάνει τα δικά της στην Ισπανία είναι ευκαιρία. Όχι τιποτ' άλλο η Σαλαμάνκα προσφέρει ωραιότατα ντεκόρ για τον Pete Travis, έναν ικανότατο χειριστή της κάμερας, έναν απατεώνα story teller που ψάχνει την έμπνευση για το Vantage Point του στο Rashomon του Kurosawa.

Σ' ένα ιδιαίτερα καλογυρισμένο φιλμ βλέπουμε την απόπειρα δολοφονίας/απαγωγής του ίδιου του Αμερικάνου Προέδρου από 8 διαφορετικά ζευγάρια μάτια. Δεν βλέπουμε το ίδιο το γεγονός οκτώ φορές απλά η δράση εξελίσσεται όταν στην οπτική καθενός απ' τους χαρακτήρες μαθαίνουμε κάτι καινούργιο. Έτσι οδηγούμαστε από έκρηξη σε κυνηγητό κι από κυνηγητό σε πιστολίδι. Το εύρυμα κρίνεται μεγαλειώδες αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι εκεί που άλλοι προσπαθούν να γεμίσουν μια ταινία επενδύοντας σε σκηνές, συναισθήματα, χρόνο και χρήμα γράφοντας, αν έχουν το Θεό τους, παραπάνω σελίδες σεναρίου, οι συντελεστές του Σημείου Υπεροχής απλά χρησιμοποιούν 5-6 παραπάνω οπερατέρ και τα φιλμικά λεπτά της ίδιας σεκάνς 6πλασιάζονται. Δεν αστειεύομαι, είναι πολύ καλό. Στο παρόν αρκεί ένα απλό μέσα στις συνεχείς του ανελίξεις σενάριο για να στηθεί μια εντυπωσιακή περιπέτεια.

Αλλά είπαμε το μοντάζ είναι πρόφαση, η προπαγάνδα πάνω απ' όλα! Στην ίδια λογική που ο αμερικάνικος στρατός κυκλοφορούσε ηλεκτρονικά παιχνίδια δράσης πρώτου προσώπου στα οποία ο εκάστοτε νεανίας πυροβολούσε τρομοκράτες στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. (Ένα video game τέτοιου τύπου κόστιζε στις εταιρίες παραγωγής κι ανάπτυξης ένα εκατομμύριο δολλάρια, ο στρατός τα έφτιαχνε κι έδινε τέσσερα.) Μιλάμε για απροκάλυπτα και ξετσίπωτα πράγματα, στις αρχικές αποκαλύψεις ας πούμε (για να μην πείτε ότι μαρτυράμε κιόλας) ο Άραβας απ' τους υποδειγματικά αντι-πατριωτικούς 3 Ήρωες τι δουλειά έχει με την ΕΤΑ; Δεν ξέρατε πως η τρομοκρατία είναι ένας ενιαίος και αδιαίρετος οργανισμός με καταπληκτικά σούπερ γκατζετάκια που τη βοηθάνε να ελέγχει το σύμπαν; Και πάει να αρπάξει τον Πρόεδρο αυτόν τον Άγιο, τον απλό άνθρωπο που με περίσσιο σθένος αρνείται στους παρασυρόμενους πολιτικούς συνεργάτες τον βομβαρδισμό του Μαρόκο. Ευτυχώς που η Αμερική έχει αμολύσει παλικάρια όπως ο terminator Dennis Quaid και μπορούν και μας προστατεύουν απ' την παντοδύναμη τρομοκρατία και τις λάθος ειδήσεις που κατασκευάζουν τα media.

Απλά αισχρό...

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2008

Γυναικείες Συνομωσίες

Μετά από ένα ατύχημα ο μεσήλικας και μεσοαστός (γενικά μέτριος) ήρωας της ταινίας βλέπει τις γυναίκες γύρω του να συμπεριφέρονται εντελώς παράλογα. Έχει επίσης μόλις απωλυθεί και ο μοναδικός άνθρωπος που φαίνεται διατεθιμένος να τον βοηθήσει είναι μια πρώην συνάδελφός του με την οποία είναι ερωτευμένος. Στην Οδύσσειά του, που ξεκινά σε ένα καφέ της Αθήνας για να καταλήξει σε ένα αυτοσχέδιο χαμάμ της Σύρου, συναντά συνεχώς μπροστά του τα ίδια άτομα σε διαφορετικούς πολλές φορές ρόλους. Η σουρεαλιστική κωμωδία του Βασίλη Βαφέα είναι μια πολύ μπερδεμένη ταινία...

Πάμε λίγο πίσω: θεωρώ το Stay του Marc Forster μια πολύ κακή ταινία, ένα αποτυχημένο μα συνάμα καλογυρισμένο θρίλερ. Οι Γυναικείες Συνομωσίες φέρουν την ίδια εκείνη φριχτή κεντρική ιδέα
και δεν είναι καν καλογυρισμένες... Εδώ δυστυχώς οι σουρεαλιστικές αναζητήσεις που προκύπτουν απ' το επιθανάτιο όραμα του πρωταγωνιστή στερούνται νεύρου, ουσίας και αισθητικής. Η προσπάθεια του Βασίλη Βαφέα να εξερευνήσει την αντρική ψυχοσύνθεση και τη σχέση με το αντίθετο φύλο (που ομολογουμένως μπορεί να οδηγήσει σε υπερεαλιστικές ψυχώσεις) πέφτει στο κενό, τα πάντα σταματούν στο αρχικό εύρημα (ένας άντρας χωρίς δουλειά και απέναντι από τόσα θυληκά δεν μπορεί παρά να καταλήξει παράφρονας ή νεκρός). Το παραπάνω σε συνδυασμό με τον δραματουργικό κόλαφο συνθέτουν μια απ' τις χειρότερες ταινίες που είδαμε φέτος στις αίθουσες. Κρίμα.


Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2008

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Anthony Minghella 1954-2008

R.I.P.

-I just wanted you to know: I'm not missing you yet.
-You will...

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Be Kind Rewind


Νουέβο σίνεμα βιντεοκασσέτο

Περί μέσων ο λόγος... Η εκάστοτε τέχνη στην ουσία είναι το μέσο μεταξύ δημιουργού και κοινού, σύλληψης και αντίληψης. Ο συσχετισμός αυτός δεν μπορεί να είναι μηχανιστικός, η αποκωδικοποίησή της είναι καθαρά δουλειά του δέκτη. Είναι η "υποχρέωσή" μας ως θεατές (αφού στην περίπτωση μας μιλάμε για κινηματογράφο) αν θέλετε. Η άλλη, του να πληρώνουμε, είναι ως καταναλωτές. Φαίνεται κι απ' τις εκκλήσεις για "προστασία των έργων της διάνοιας"... Γιατί να μας υποτιμούν πριν καν μας δείξουν την ταινία;

Το έργο απ' τη φύση του χρειάζεται άλλα μέσα, οπτικοακουστικά, για να φτάσει στο κοινό. Συγγραφική αδεία βαφτίζουμε την ταινία ως "απόλυτο μέσο" που για να μεταλάβουμε θα πρέπει να βρεθούμε μπροστά από μια οθόνη και ένα σετ ηχείων αφού πρώτα το φιλμ έχει γίνει μια ωραιότατη μπομπινούλα, σαν κι αυτές που κοτσάρουμε αντί αστερακίων, ή έχει αποθηκευτεί σε μαγνητικό δίσκο ή ταινία όπως γίνεται στις βιντεοκασσέτες. Ο προσδιορισμός "απόλυτο" μοιραία δίνει και την ιεραρχία, η ποιότητα της προβολής δεν βελτιώνει την ποιότητα του έργου. Γι' αυτήν οφείλουν να φροντίσουν οι συντελεστές του, με τις γνώσεις και τις εμπνεύσεις τους.

Το ωραίο σε καθαρά σινεφιλικές περιπτώσεις είναι όταν η έμπνευση βρίσκεται μέσα στην ίδια την τέχνη. Αν για παράδειγμα αντλείται από παλιότερες ταινίες ή όταν ένας φαντασιόπληκτος Γάλλος σκηνοθέτης αποφασίζει να φτιάξει το δικό του Ρόδο του Καΐρου, το δικό του Σινεμά ο Παράδεισος. Και το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν στην ταινία του μπλέκει εκτός απ' την οπτική του θεατή κι αυτή του δημιουργού. Αποφασίζει λοιπόν να διανύσει όλα τα στάδια απ' την δημιουργία μιας ταινίας μέχρι την εμπορευματοποίησή της απ' την μια μεριά και την ηθική δικαίωση των συντελεστών απ' την άλλη. Φτάνει στο σημείο όπου η τέχνη τους γίνεται το πραγματικά απόλυτο μέσο, εκεί που η ταινία ως γεγονός υπερέχει όλων. Ακόμη και ως φορέας μετριότατης δραματουργίας όπως αυτής του Be Kind Rewind. Ακόμη και όταν η ποιότητα της δεν πλησιάζει καν τα ψηφιακά πρότυπα. Με μια νοοτροπία μουσειακή, ενός ετοιμόρροπου κτιρίου που διαχωρίζεται με ανακαινισμένες μεσοτοιχίες απ' το μοντέρνο υπόλοιπο του συγκροτήματος. Με τα ράφια του ισογείου γεμάτα από παράνομες βιντεοκασέτες και αλλοιωμένα εξώφυλλα, τα sweded films να παίζουν σε μια (το πολύ) 17" τηλεόραση. Ο Gondry παρουσιάζει μια σουρεαλιστική κωμωδία που μιλάει λίγο πολύ για όλα τα παραπάνω (ποιεί μ' άλλα λόγια καθαρά αυτοαναφορικό σινεμά). Προσέξτε όμως ο σουρεαλισμός της δεν έχει να κάνει με το υπερβατικό των προηγούμενων ταινιών του. Κρύβεται στο τελευταίο πλάνο όταν κάποιοι έξω απ' το βιντεοκλαμπάδικο και πάνω στο πανί θα χειροκροτήσουν παρατεταμένα μια κομμουνιστική δημιουργία. Αυτό είναι το πιο γλυκό όνειρο που έχει δει ο καλλιτέχνης μέχρι σήμερα.


Κυριακή, 16 Μαρτίου 2008

Saw...


Υπάρχει μια σκηνή στην Φρουτοπία του Ευγένιου Τριβιζά κατά την οποία ο Βρασίδας το Κρεμμύδι αν θυμάμαι καλά εισβάλλει στο σπίτι της και αθώας και υποψιασμένης Μαρουλίτας για να... της κάνει κακό. Όταν μπαίνει μέσα το δωμάτιό της είναι άδειο και λίγο πριν κλείσει το επεισόδιο βλέπουμε πως η Μαρουλίτα κρύβεται στον εξωτερικό τοίχο του διόροφου οικήματός της γραπωμένη απ' τα παραθυρόφυλλα. Υπάρχει κάτι το πολύ ύποπτο στο ανέκφραστο του κουκλοθεάτρου των Σοφιανών και στην κλασική μινιμάλ μουσική που συνόδευε το μυστήριο της σειράς.

Το παραπάνω είναι πολύ πιο ενοχλητικό απ' οτιδήποτε (δεν) κατάφερε να παρουσίασει ο Darren Lynn Bousman στα τρία "πριόνια" του...

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2008

Before the Devil Knows You're Dead


Μπούκαρε στον παράδεισο μέσα σε μισή ώρα, πριν ο διάολος καταλάβει ότι έχεις πεθάνει...

Μισή ώρα περίπου χρειάζεται και ο βετεράνος των βετεράνων Sidney Lumet για να ανατρέψει το mametικής υφής πρώτο μέρος, με τρόπο λίγο βίαιο είναι η αλήθεια. Η οδηγούσα πρόταση (έργου και κειμένου) δουλεύει απ' την στιγμή που εμφανίζεται στην οθόνη ο πατέρας. Είναι ο μοναδικός της ταινίας που πρόλαβε τον παράδεισο και την πληρώνουν αυτοί που απλά τιμούν τα γονίδιά τους.

Η υπόσταση της οικογένειας είναι κυρίως οργανική και βιολογική, υπερέχει της οποιαδήποτε κοινωνικής. Όπως στην αιμομιξία κοινό γονιδιακό υλικό έχει τα γνωστά αποτελέσματα, έτσι και στην ταινία ομώνυμα, άρα και εξ' ορισμού απωθούμενα, πατέρας και γιος στην ύστερη προσπάθεια τους να πλησιάσουν με "κοινωνικούς" όρους ο ένας τον άλλον, οδηγούνται σε βίαιη σύγκρουση.

Ο Lumet χρησιμοποιώντας το συγκεκριμένο παράδειγμα ακυρώνει τον όρο οικογένεια (στην ελληνική είναι έτσι κι αλλιώς λανθασμένος ετυμολογικά). Ταυτόχρονα με την τελευταία του ταινία υπερκερνά ένα απ' τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά ταμπού (μη μου πείτε ότι δεν το 'χατε καταλάβει τόσα χρόνια;). Και παρά τα όσα προδικάζουν τα 83 έτη, περισσότερα απ' τα οποία βουτηγμένα στον γιαλαντζί αμοραλισμό*, he lets the damned thing go down with three bangs...

Μεγαλειώδες αν το αναλογιστείτε...

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

De Fortabte sjæles ø


Συμπαθής εναλλακτικός Harry Potter

Το Νησί των Χαμένων Ψυχών ακολουθεί μια αμερικάνικη μόδα, υιοθετώντας καθαρά βορειοευρωπαϊκή νοοτροπία στο σενάριο και αυστραλέζικα production values... Το παραπάνω μπαστάρδεμα τελικά λειτουργεί κάτι περισσότερο κι από θετικά γιατί το να κάνεις μια ταινία με τον τρόπο τον Αμερικάνων τη στιγμή που τη γυρίζουν κι αυτοί και να μην χωλένεις στην σύγκριση είναι σαν να προκρίνεται ελληνική ομάδα στους 16 του Champions League. Κάποιους ξεπέρασες, πάντα θα υπάρχουν 15 καλύτεροι από σένα (5 είναι μόνο τα Harry Potter...) αλλά όλοι θα ρίξουν μια ματιά και θ' αναρωτηθούν πως διάολο τα κατάφερες.

Η μόδα έχει να κάνει με το στήσιμο του παραμυθιού, όχι το ότι οι Δανοί γυρίζουν παραμύθι. Αν δεν γύριζαν τέτοια στη χώρα του Andersen τότε που..; Στο γνωστό μοτίβο μια έφηβη που πιστεύει στο υπερφυσικό έρχεται σε επαφή με ένα φάντασμα απ' το πολύ μακρινό παρελθόν που διαλέγει ως ξενιστή το σώμα του μικρού της αδερφού. Τότε μαθαίνει για μια οργάνωση που προστατεύει την ανθρωπότητα απ' το κακό και τη μαύρη μαγεία μέλος της οποίας είναι και το πνεύμα που κάλεσε. Οι δυο τους με τη βοήθεια κι ενός αφελούς γειτονόπουλου καλούνται να αντιμετωπίσουν το προαιώνιο κακό που αλωνίζει στις μέρες μας βασανίζοντας σκλαβωμένες ψυχές σ' ένα μικρό νησάκι.

Στην αναμενόμενη άνιση αναμέτρηση των δύο πλευρών το σενάριο φροντίζει να παρεμβάλλει μια έξυπνη πλοκή και διάσπαρτα αστεία περιστατικά (κάνοντας έτσι την ταινία κομματάκι πιο κατάλληλη και για τους ενήλικους θεατές αντίθετα με το Spiderwick Chronicles). Οι χαρακτήρες είναι μεν ελλειπείς αλλά όχι και απαίδευτοι, κάθε ένας απ' αυτούς για παράδειγμα αντιπροσωπεύει μια διαφορετική βαθμίδα στη σχέση των ανθρώπων με το μεταφυσικό. Υπάρχει το παιδί που δεν πιστεύει και καταλαμβάνεται απ' το πνεύμα, υπάρχει ο νεαρός που πιστεύει τα πάντα, υπάρχει η μικρή που θέλει να πιστέψει και περιμένει ένα σημάδι, ο ραδιολόγος που κάποτε πίστευε και εγκετέλειψε μετά από χρόνια άκαρπων ερευνών. Αν υποθέσουμε ότι ο θεατής είναι ο λιγότερο κλειστός απ' όλους αυτούς τότε πριν απ' όλα οι δικές του αντιστάσεις πρέπει να καμφθούν... Γι' αυτό, αναφέρουμε κάτι χαρακτηριστικό, κατά τη διάρκεια της πρώτης κιόλας αυτοσχέδιας τελετής στο κάδρο εμφανίζεται ξαφνικά μια αφίσα "I want to believe". Θα έλεγε κανείς πως αν εξαιρέσουμε την ούτως ή άλλως ανεγκέφαλη δράση η ταινία αναλώνεται (με σημειολογικές κυρίως παρεμβάσεις) στο να υπερασπίζεται το δικαίωμα του καθενός να πιστεύει, κι αν θεωρήσουμε ότι αυτή είναι η πρωταρχική υποχρέωση κάθε ταινίας που εμπίπτει στο φανταστικό τότε θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι το Νησί των Χαμένων Ψυχών το καταφέρνει με τον ορθότερο (κυρίως για το target group του) τρόπο.

Μοιρασμένο μεταξύ των αρμοστών εώς παραμυθένιων φυσικών τοπίων του Βορρά και των στενών μεσοαστικών δωματίων (απ' όπου θα προκύψει τελικά και ο δαίμονας) το φιλμ καταφέρνει με ελάχιστα μέσα (και αρκετά συμπαθητικά ειδικά εφέ) να καταφέρει αποτέλεσμα χολυγουντιανών προδιαγραφών διατηρώντας τον ακέραιο τον ψυχαγωγικό του τόνο. Μην φανταστείτε καμιά φτηνιάρικη παραγωγή, το ελάχιστα προκύπτει ακριβώς επειδή υπάρχει μέτρο σύγκρισης. Δεν λείπουν άστοχες στιγμές καθαρού εντυπωσιασμού αλλά για πρώτη ίσως φορά ο σκηνοθέτης Nikolaj Arcel βρίσκει το σωστό μέτρο για τις οικογενειακές του περιπέτειες.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

10.000 B.C.


"Σε μια απομονωμένη βουνίσια φυλή, ο νεαρός κυνηγός ΝτεΛε βρίσκει τη μεγάλη αγάπη της καρδιάς του –την πανέμορφη Έβολετ. Αλλά όταν οι μυστηριώδεις Άρχοντες του Πολέμου κάνουν επιδρομή στο χωριό τους και απαγάγουν την Έβολετ, ο Ντελέ τίθεται επικεφαλής μιας μικρής ομάδας κυνηγών για να τους καταδιώξουν ως το τέλος του κόσμου, προκειμένου να τη σώσουν. Καθώς προχωρούν διακινδυνεύοντας τη ζωή τους μέσα σε άγνωστους τόπους, ανακαλύπτουν ότι υπάρχουν κι άλλοι πολιτισμοί πέρα από τον δικό τους κι ότι το ανθρώπινο γένος είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο είχαν φανταστεί. Σε κάθε νέα τους συνάντηση, στην ομάδα προστίθενται κι άλλες φυλές, στις οποίες έχουν επιτεθεί οι Σκλάβοι Επιδρομείς, μετατρέποντας έτσι την κάποτε μικρή ομάδα του Ντελέ σε κανονικό στρατό πολεμιστών."

Κάτι μου λέει ότι η οπτική που ταιριάζει στον Emmerich είναι αυτή του Almighty και όχι του κυνηγού. Ο σκηνοθέτης έχει μια έμφυτη τάση στο μεγαλειώδες, κρίμα που οι ταινίες του μένουν απλά στο μεγαλόπνοο. Και το κακό είναι ότι όσο μεγαλύτερος ο στόχος τόσο πιο κραυγαλέα η αποτυχία. Περιττό λοιπόν να πούμε ότι εδώ που καταπιάνεται με την μεγαλύτερη ανθρώπινη περιπέτεια τα κάνει θάλασσα.

Οι βασικοί συντελεστές της ταινίας προσπαθούν να στηρίξουν ένα μυθικών διαστάσεων έπος σε ένα ακατάσχετο αράδιασμα από φυλές, στολές, σκηνικά, τέρατα και δεν ξέρω εγώ τι άλλο. Η πορεία των τριών κυνηγών που θα ξεκινήσουν φτωχοί και καταφρονεμένοι και θα αντιμετωπίσουν τον ίδιο το Μεγαλοδύναμο έχει μεν κάτι από τις προϊστορικές αφηγήσεις των μεγάλων χασικλήδων της εποχής, αλλά όταν το δευτεροπαλίκαρό σου το λένε Τικ-Τικ και βάζεις στο στόρι πολεμιστές που νομίζουν ότι είναι πουλιά και τους φωνάζουν Τουτ-Τουτ... τότε μάλλον έχεις περάσει προ πολλού στα ληγμένα. Διότι το χόρτο όπως μας διδάσκει η ταινία τότε ήταν αγνό κι η γιαγιά στο χωριό των κυνηγών μπορούσε να βλέπει και να προβλέπει με ακρίβεια γεγονότα και μελλούμενα (ας μην ξεχνάμε και την κλασσική ιατρική που συμφωνεί στο ότι η κάνναβη μπορεί να βοηθήσει στη πρόληψη ασθενειών). Λέγεται μάλιστα πως οι μάγιστροι της περιοχής της Μεσοποταμίας, στην οποία μπορούμε εύκολα να πούμε ότι εξελίσσεται η δράση της ταινίας, ήταν αυτοί που έδωσαν το όνομά του στο ευεγερτικό φυτό.

Που θέλω να καταλήξω με όλα αυτά. Η αλήθεια είναι ότι τέτοιου τύπου ειρωνία δεν πρέπει στον Roland Emmerich. Απ' το ελάχιστο που τον ξέρω (τις ταινίες του και 5-6 συνεντευξεις εννοώ - μην πάει ο νους σας στο πονηρό) δείχνει παντελή έλλειψη προθέσεων αναφορικά με το κάθε του φιλμ, δείχνει να διασκεδάζει με την ιδέα ότι κανένας δεν μπορεί να ξοδέψει άσκοπα τόσα λεφτά όσο αυτός ενώ, ειδικά για το 10.000 B.C. μπορεί να δικαιολογήσει με τουλάχιστον 10 καθαρά κινηματογραφικά επιχειρήματα γιατί η ταινία ΕΙΝΑΙ μια τεράστια αποτυχία. Κι εγώ που είμαι αισθηματίας τον συμπαθώ τον άτιμο.

Χωρίς όμως το προφανές είναι αδύνατο να αντέξει κάποιος αυτό το άρυθμο, ανιστόρητο (κι αυτά είναι τα λιγότερα) και γενικώς εκτρωματικό δημιούργημα, η χρησιμότητα του οποίου περιορίζεται στην εφαρμογή κάποιων πρωτοποριακών εφέ. Αυτά τουλάχιστον είναι καλύτερα απ' ότι περίμεναν όσοι έχουν δει το trailer.

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

The Spiderwick Chronicles


Τυποποιημένη παρ' όλ' αυτά ικανοποιητική μεταφορά της ομότιτλης σειράς βιβλίων απ' τον Mark Waters, σκηνοθέτη γραφικών μετριοτήτων του παρελθόντος. Γιατί το λέω αυτό τώρα... γιατί κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα και εν προκειμένω κουτσοί στραβοί αναλαμβάνουν οικογενειακές ιστοριούλες φαντασίας που κατα κόρον παράγονται στην από 'κει όχθη του Ατλαντικού (μάθανε ότι πηδιόμαστε μας ήρθαν κι απ' τη Δανία).

Σταματάω με τις παροιμίες και παραδέχομαι πως το Spiderwick Chronicles πετυχαίνει απόλυτα τους απλοϊκούς σκοπούς του. Για να τα καταφέρει χρησιμοποιεί την αρχετυπική ιστορία μιας δυσλειτουργικής οικογένειας τα τέκνα της οποίας βρίσκουν διέξοδο στον κόσμο των παραμυθιών. Μεταφέροντας πιστά τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου απομονώνει τα αδέρφια Grace σε ένα απομονωμένο σπίτι στο δάσος, άρα και ευκολότερη η μετάβαση στο φανταστικό. Αφήνεται στις προεφηβικές πλάτες του πιτσιρικά Freddie Highmore, που παρά το άγουρο παίξιμό του μια χαρά τα καταφέρνει, και στην συνέχεια πάει και μπαλώνει τις τρύπες με παραμυθένιο CGI. Ως δέσμιο του υπερεπιτυχημένου λογοτεχνικού τόμου στο φιλμ απομένει να αντικαταστήσει τις λέξεις με μια σειρά από ψηφιακές ευκολίες, που τουλάχιστον συνδέονται προσεκτικά η μία με την άλλη. Και τελικά το καλογραμμένο fairytale λειτουργεί...

Τόσο απλά, τόσο εύπεπτο, τόσο για παιδιά...

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008

The Tripper


Μια παρέα χίπιδων εφοδιασμένη με τα απαραίτητα (ουσίες, ποτά, όχι προφυλακτικά) βρίσκεται καθ' οδόν για το ετήσιο φεστιβάλ της Βόρειας Καρολίνας (Καρολάινα επί το ελληνικότερον). Δεν γνωρίζουν όμως ότι προς τα εκεί κατευθύνεται για να διασκεδάσει με τον τρόπο του και ένας φανατικός θαυμαστής του Ronald Reagan που αρέσκεται στο να κυκλοφορεί και να σκοτώνει μεταμφιεσμένος σαν το είδωλό του!

Παραισθήσεις και πολιτική, έννοιες πολλές φορές ταυτόσημες συναντούνται στο θεοπάλαβο slasher που υπογράφει ο εκλεκτός b-movάς David Arquette. Αιματηρό όχι περισσότερο απ' ότι οφείλει στην παράδοση του είδους, διασκεδαστικό όσο ελάχιστα στο παρελθόν (ψέμα ήταν αυτό αλλά δεν πειράζει). Κι ευθύ... ευθύ όσο δεν πάει... εξηγούμαι: έχουν υπάρξει πολλοί επικίνδυνοι πολιτικοί, λίγοι καταφέρνουν να ταλανίζουν τον δύσμοιρο πλανήτη σε τέτοιο βαθμό ακόμη και μετά το θάνατό τους. Και θα συνεχίσουν.

Ο θεατής δεν αργεί να καταλάβει πως αυτός που δολοφονεί δεν είναι ένας ψυχασθενής που νομίζει πως είναι ο Ronnie (καταπληκτικό το tagline-παρωδία του αντίστοιχου της Λάμψης) αλλά ο ίδιος ο Αμερικάνος πρόεδρος. Γι' αυτό και λείπει η οποιαδήποτε εμβάθυνση στο χαρακτήρα του μανιακού με την εξαίρεση της εναρκτήριας σκηνής. Αν θέλετε να βρείτε την καταγωγή της γενικής παράνοιας δεν έχετε παρά να αναλογιστείτε την προέλευση των εμβατηρίων που συνοδεύουν μερικά απ' τα φονικά. Ερχόμενοι τώρα στο καθαρά προσωπικό, εμένα αυτό μου αρκεί...

Γιατί αυτή η έστω χονδροειδής σημειολογία εξαντλείται στον μακελάρη. Οι λοιποί χαρακτήρες συμμετέχουν ως δυνάμει θύματα ενός απλοϊκότατου plot ξεστομίζοντας αραιά και που αστεϊσμούς και ανόητες επικλήσεις. Στην πραγματικότητα το φιλμ κάνει ελάχιστα για να δικαιολογήσει τον ορθό χαρακτηρισμό του ως τέτοιο, ακροβατώντας αποτυχημένα μεταξύ συκωταριών και κωμωδίας. Οι συντελεστές του τουλάχιστον έχουν επίγνωση ότι ποιούν χαβαλέ γ΄διαλογής και ευφυώς έβαλαν για πρωταγωνιστή έναν απ' τους μεγαλύτερους καραγκιόζηδες ever. Τα πραγματικά ντοκουμέντα που παρεμβάλονται στη δράση επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα.

Παρεπιπτόντως όταν ο "πολύς" Rob Zombie είδε το φιλμ κοκκίνησε.

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2008

Grace is Gone


"Ο Στάνλεϊ Φίλιπς, πατριώτης και πατέρας δύο μικρών κοριτσιών, βρίσκεται σε ένα τρομερό δίλημμα όταν μαθαίνει πως η σύζυγός του, Γκρέις, σκοτώθηκε ενώ υπηρετούσε στο Ιράκ. Πώς θα πει στις κόρες του πως η μητέρα τους έχει φύγει από τη ζωή; Ο Στάνλεϊ προσπαθεί να κερδίσει λίγο χρόνο πηγαίνοντας ένα αυθόρμητο ταξίδι με τις κόρες του σε ένα θεματικό πάρκο στη Φλόριντα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα συναντηθεί με τον φιλελεύθερο αδερφό του, ενώ προσπαθεί να ανακουφίσει τη θλίψη του τηλεφωνώντας στο σπίτι, ώστε να ακούσει τη φωνή της Γκρέις στον τηλεφωνητή."

Ο ελληνικός τίτλος ("Όταν έφυγε η Γκρέις") αδικεί τον υπαινιγμό του original. Γιατί η grace έχει εγκαταλείψει προ πολλού το συντηρητικό αμερικανικό κράτος. Τα θύματα ενός ακόμα πολέμου είναι απλά μία απ' τις παραμέτρους που οδηγούν εκεί. Η Grace Phillips της ταινίας είναι ένα απ' αυτά. Σύζυγος του πρώην στρατιωτικού και θερμού ρεπουμπλικάνου Stanley αφήνει πίσω της δύο ανήλικα κορίτσια και μια δυσβάσταχτη αλήθεια που ο υπεύθυνος φοβάται να τους αποκαλύψει. Αντ' αυτού μάλιστα αποφασίζει να τα πάει βόλτα στους Enchanted Gardens.

Στη συγκινητική ιστορία που αναπλάθει ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης James C. Strouse τις πολιτικές νύξεις συμπληρώνει μια καθ' όλα προσεγμένη δραματουργία. Αρχικά κινηματογραφείται με κλινικό τρόπο η Αμερική που ζει από και για τους τύπους, γι' αυτό και η κάμερα θα επιμείνει στα τακτοποιημένα δωμάτια, στην προκάτ αντίδραση των στρατιωτικών, στο καλογυαλισμένο πόμολο της πόρτας που κλείνει (το στυλ του σ' αυτό το σημείο ταιριάζει απολύτως με τον τίτλο). Με όχημα όμως, όχι το σενάριο, αλλά την εξαιρετική ερμηνεία του John Cusack σταδιακά αλλάζει ύφος παρουσιάζοντας την ψυχολογική κατάρευση του ήρωά της, για να παραδοθεί τελικά στον συναισθηματισμό της αναθεωρημένης τελικά σχέσης μεταξύ των κοριτσιών και του πατέρα. Η ταινία ακολουθεί ακριβώς την μεταστροφή του πρωταγωνιστή της και σε πρώτο επίπεδο, εκεί που θέλει να ευαισθητοποιήσει το κοινό για τις παράπλευρες-εσωτερικές απώλειες του πολέμου στο Ιράκ και να συγκινήσει, πετυχαίνει πλήρως το σκοπό της.

Μοιραία όμως καταλήγει να εξελίσσεται εις βάρος της αρχικής πολιτικής θέσης. Η διαπίστωση που αποτυπώνεται στις αποφάσεις του αυστηρού πατέρα και θέλει την ρεπουμπλικάνικη εξουσία να αποκρύπτει επιμελώς το τι πραγματικά συμβαίνει στη Βαγδάτη, φροντίζοντας οι πολίτες να έχουν κάτι άλλο για ν' ασχοληθούν (όπως ακριβώς ο Phillips που πάει εκδρομή τις κόρες του), παραμένει μια απλή αναφορά προς εσωτερική κατανάλωση. Το σχόλιο της λειτουργεί αποκλειστικά εντός των αμερικανικών συνόρων. Τουλάχιστον ο Strouse έχει φροντίσει να χωράει στην σύνοψη κι έτσι συντηρείται και μετά τους τίτλους τέλους. Γιατί απ' την μέση περίπου του φιλμ, όταν ξεμπερδεύουμε και με τον liberal Alessandro Nivola, βλέπουμε μια εντελώς ξεκομμένη απ' την πολιτική ταινία...

Αξιόλογη όπως και να 'χει η προσπάθεια του σκηνοθέτη που με το επιτηδευμένα άτεχνο ντεμπούτο του αφήνει πολλές υποσχέσεις. Εντυπωσιακός ο Cusack που για τρίτη φορά στην καριέρα του δίνει όλο του το είναι σε μια ταινία (οι πρώτες δύο τα High Fidelity και Grosse Point Blank), χαιρόμαστε δε που είναι έτοιμος να το ξανακάνει συνεχίζοντας "πολιτικά" με το War Inc. Σημειώστε επίσης δυο σημαδιακές guest εμφανίσεις: η Marisa Tomey κοσμεί την οθόνη για λίγα δευτερόλεπτα ως λουόμενη στην πισίνα ενός ξενοδοχείου ενώ την μουσική της ταινίας υπογράφει ο "ρεπουμπλικάνος" Clint Eastwood.