Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2007

Assault on Precinct 13 (2005)


Τι υπέροχο να βλέπεις μια ταινία αβασάνιστα, χωρίς κανένα προβληματισμό. Να γεμίζεις με εντυπωσιακές σκηνές ένα άχρηστο δίωρο της ζωής σου! Αυτό ακριβώς που κάνουν οι περισσότερες εμπορικές περιπέτειες του σήμερα, άλλες έχοντας συνείδηση του τι αποτελούν, άλλες καθαρά εμπορικές ή προπαγανδιστικές κι άλλες που κάθε νοήμων άνθρωπος απαξιεί και να τις αναφέρει.

Να ξεκινήσουμε το σχολιασμό του
Assault λέγοντας πως η μοντέρνα εκδοχή του Richet έχει ελάχιστα κοινά σημεία με την ταινία, τις πρωτοπορίες και τον αυθεντικό προβληματισμό του John Carpenter. Ο τίτλος, η βασική σεναριακή ιδέα και σταματάμε εκεί. Γιʼ αυτό καλύτερο θα ήταν οι λεπτομέρειες για το σενάριο και το μπαστάρδεμα του «καλού» με δολοφόνους στον αγώνα ενάντια του απόλυτα κακού να αναλυθούν σε ένα κείμενο για το πρωτότυπο φιλμ (το οποίο το θεωρώ πολύ καλό, σαφώς ανώτερο απʼ την καινούργια ταινία).

Το στόρι είναι πολύ απλό: παραμονή πρωτοχρονιάς κι εν μέσω κακοκαιρίας οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι του σταθμού 13 αναγκάζονται να κρατήσουν στα κελιά τους μερικούς κατάδικους που η μεταφορά τους σε φυλακές υψίστης ασφαλείας εμποδίζεται προσωρινά απʼ τη χιονοθύελλα. Ένας απʼ τους εγκληματίες τυγχάνει να είναι ο νούμερο εκτελεστής στην σύγχρονη αμερικάνικη ιστορία ενώ ένας απʼ τους μπάτσους είναι ένας προβληματικός πλέον μεσήλικας, πρώην δραστήριος undercover της δίωξης, που τώρα καταφεύγει σε ουσίες και κρύβεται πίσω από ένα γραφείο, φέροντας βαριές τύψεις για τον θάνατο δύο συναδέλφων του (τον οποίο βλέπουμε στην ιδιαίτερα καλογυρισμένη πρώτη σεκάνς). Μόλις τακτοποιούνται τα πράγματα και μπαίνει κι ο καινούργιος χρόνος, άγνωστοι αρχικά (υπεράριθμοι διεφθαρμένοι μπάτσοι όπως αποκαλύπτεται στην συνέχεια) επιτίθενται στο τμήμα θέλοντας να σκοτώσουν τον διάσημο φονιά διότι η ομολογία του θα αποκαλύψει τις παράνομες ενέργειες τους. Όταν και ο μπάτσος πρωταγωνιστής καταλαβαίνει τι συμβαίνει τότε όλοι όσοι βρίσκονται μέσα στο τμήμα αποτελούν το στόχο των «κακών» και φουλ εξοπλισμένων αστυνομικών που τους έχουν περικυκλώσει. Κι εκεί αρχίζει το μεταμεσονύκτιο μακελειό καθώς το πράγμα γίνεται ο θάνατός σου η ζωή μου για όλους τους εμπλεκόμενους στην ιστορία μας.

Αυτό που χαίρεται πιο πολύ κανείς στην ταινία είναι ότι ακολουθεί πιστά και γήινα την απόλυτα προβλέψιμη σεναριακή τροπή, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο. Όλα γίνονται απόλυτα ρεαλιστικά, οι γύρω γύρω επιτίθενται, οι μέσα όλοι μαζί συνεργάζονται και κρατάνε σθεναρά, όσο περνά η ώρα η πίεση για τους πολιορκημένους αυξάνεται για να οδηγηθούμε στην αναμέτρηση του φινάλε μεταξύ των κυριότερων χαρακτήρων. Υπάρχει κι ο κλασσικός ρουφιάνος που θα «δώσει» την ομάδα του, η γοητευτική ψυχολόγος που φλερτάρει με τον πρωταγωνιστή, η νεαρή αστυνομικός που την τραβάνε τα «κακά παιδιά» και ελκύεται απʼ τον αρχιδολοφόνο (χαρακτήρας που υπάρχει και στο πρωτότυπο). Πολλά κλισέ μαζεμένα σε μια ταινία που ενώ θα μπορούσε να θαμπώσει το κοινό με υπερβολικές σκηνές και απίθανους ηρωισμούς ή λιποψυχίες, προτιμά μια πιο μαζεμένη αντιμετώπιση για τις σκηνές δράσης. Ναι μεν ο προβληματικός αστυνομικός μεταμορφώνεται μέσα σε λίγες ώρες, αλλά δεν γίνεται κι ο
Superman. Ο θεατής γνωρίζει πως κάθε πυροβολισμός μπορεί να αποβεί μοιραίος και κάθε απόφαση μπορεί να αποβεί θανάσιμη (κι έχουμε ιδιαίτερα λανθασμένες αποφάσεις μέσα στο φιλμ). Γενικότερα ο σκηνοθέτης επιλέγει να μην υποτιμήσει την νοημοσύνη μας με το action που γυρίζει αλλά απλά να μας καθηλώσει αφήνοντας μας να περιμένουμε τις επόμενες (προβλέψιμες) κινήσεις των δύο στρατηγών (Gabriel Burne και Ethan Hawke) στο πεδίο του Precinct 13.

Οι δορυφορικοί χαρακτήρες, κι ιδιαίτερα αναφέρομαι στους κρατούμενους πλην του
Bishop, είναι επιεικώς γελοίοι. Απʼ τον ψυχάκια μέχρι την έγχρωμη γυναίκα που δεν παραδέχεται τις κλοπές της. Επίσης το yin-yan που θεωρητικά θέλει να σχηματίσει ο Richet μεταξύ Fishburn και Hawk ποτέ δεν ολοκληρώνεται. Μεγαλύτερο πλην όμως απʼ όλα αυτά είναι η αναπόφευκτη σύγκριση με την πρώτη ταινία. Επιπλέον το μυστήριο με το μεταφυσικό στοιχείο που επέβαλε ο Carpenter στο φιλμ του εδώ απουσιάζει πλήρως. Βέβαια έχουν αλλάξει κι οι εποχές (και το Assault είναι εντελώς μέσα στο πνεύμα της σύγχρονης εποχής, όσοι δεν το έχετε δει ετοιμαστείτε για ένα απομονωμένο κτίριο, για άφθονες flashbangs, για headshots, για ακροβολισμένους snipers, για google vision μέχρι και για... campers - το πιάσατε το υπονοούμενο...).

Κι επανερχόμαστε στην εισαγωγή... Τι ωραίο που είναι να βλέπεις μια ταινία αβασάνιστα και τι ενοχλητικό να προσπαθούν να σου πασάρουν αναληθείς πληροφορίες ότι βλέπεις κάτι παραπάνω από μια καλοφτιαγμένη μεν αλλά πάναπλη δε περιπέτεια της σειράς. Είναι κρίμα να βλέπεις τους συντελεστές να υποστηρίζουν ότι η ταινία στηρίζεται στις ψυχολογικές μεταπτώσεις των ηρώων (αντί στο πιστολίδι) ενώ κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν γίνεται αντιληπτό στο φιλμ, αλλά είναι και παράλογο να ισχύει. Οι ήρωες δεν παρουσιάζουν καμιά ψυχολογική πολυπλοκότητα κι αντιδρούν πολύ πιο ψύχραιμα, άρα και με λιγότερο ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον, στην δολοφονική επίθεση που δέχονται. Αν έχεις απέναντι σου 20 και ενόπλους όπως και να το κάνουμε τα λάθη του παρελθόντος κάποια στιγμή σταματάς να τα σκέφτεσαι. Όπως επίσης θα περιμέναμε σε έναν χαρακτήρα σαν του Hawke, όπως αυτός σκιαγραφείται, ο θάνατος της αγαπημένης του να είχε μια κάποια επίδραση. Για να μην τα πολυλογούμε το AOP13 αποτελεί μια στεγνή περιπέτεια και τίποτα παραπάνω. Κι απʼ τα συμφραζόμενα κι αυτά που αναφέραμε πριν καταλαβαίνουμε πως αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση action ταινίας για τη σημερινή κινηματογραφική βιομηχανία. Απʼ την εμπορικότητα τη διαφοροποιεί η εντυπωσιακά και ρεαλιστικά κινηματογραφημένη δράση, αλλά συνείδηση του τι αποτελεί δεν φαίνεται να έχει αφού άλλα μας λένε οι ηθοποιοί κι ο Richet κι άλλα βλέπουμε. Ευτυχώς γι' αυτήν δεν καταλήγει να είναι και ταινία ανάξια λόγου.

Βαθμός: 5

(The Movies Cult 12-03-06)

Δεν υπάρχουν σχόλια: