Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Night and the City


"Ο Χάρυ Φάμπιαν τρέχει για να σωθεί μέσα σε ένα κατασκότεινο σκηνικό. Θέλει να γίνει σπουδαίος και δεν τον ενδιαφέρει πως θα συγκεντρώσει χρήματα για να το πετύχει. Κλέβει διαρκώς από την κοπέλα του, τη Μαίρη, τραγουδίστρια στην Ασημένια Αλεπού, ένα κλαμπ που ανήκει στον αποκρουστικό Φιλ Νόσερος. Έχει ένα σχέδιο όμως- να πάρει τον έλεγχο των αγώνων επαγγελματικής πάλης από το Γκριγκόριους, παλαίμαχο παλαιστή. Όταν εκείνος πεθαίνει, θα αποκαλυφθεί το σχέδιο του μέσα από μία φευγαλέα ματιά της κόλασης, παραμορφωμένα εικαστικά εφέ και σκοτεινού συμβολισμού."

Το 1950 ο Dassin γυρίζει το Night and the City, για πολλούς συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος το αριστούργημά του. Ήταν η περίοδος που η πίεση του McCarthy προς τους κόκκινους του hollywood είχε γίνει από αφόρητη εώς θανάσιμα επικίνδυνη. Ο επίσης υπό πίεση παραγωγός Darryl Zanuck αναγνωρίζει το κρίσιμο της κατάστασης και του προσφέρει το η Νύχτα και η Πόλη, ένα μυθιστόρημα του Εβραίου συγγραφέα Gerald Kersh. Η πόλη του τίτλου είναι το Λονδίνο κι έτσι το φιλμ γίνεται ουσιαστικά το διαβατήριο του σκηνοθέτη προς την Ευρώπη και την ελευθερία.

Αυτή η πρόφαση λοιπόν στάθηκε η αφορμή για την καλύτερη ταινία του Dassin, που ολοκληρώνει έτσι την αμερικάνικη περίοδό του. Υπάρχει σαφής διαφοροποίηση στο σκηνοθετικό του στυλ πριν και μετά την φυγή του απ' την Αμερική. Το Night and the City, όπως και το εκπληκτικό Rififi που ακολουθεί στην φιλμογραφία του, στέκονται μάρτυρες μιας μεταβατικής κατάστασης (με διαφορετικό τρόπο το καθένα). Με την εγκατάστασή του στην Ευρώπη ο Dassin έρχεται σε επαφή με πολλά, ετερόκλιτα αρκετές φορές, καλλιτεχνικά ρεύματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η κινηματογραφική του γραφή να διαβρωθεί και ο έκδηλος νατουραλισμός των πρώτων του ταινιών (που αποθεώνεται στο Rififi) σταδιακά να υποχωρήσει μέσα στις ταινίες του. Εν προκειμένω ο δημιουργός καταφεύγει σε μια εξπρεσιονιστική απεικόνιση μιας πόλης γεμάτης μικροκακοποιούς καλλιεργώντας την (πολυθρύλητη) μεταφυσική αγωνία του φινάλε. Το σκηνικό ελάχιστα θυμίζει την αγγλική πρωτεύουσα, μέχρι να φτάσουμε στο φινάλε εύκολα μπορεί να παρεξηγήσει κάποιος το Λονδίνο για την Νέα Υόρκη ή το Σικάγο των 30's, εποχή κατά την οποία γράφτηκε και το βιβλίο. Γενικότερα ο Dassin ακολουθεί σκηνοθετική γραμμή εφαπτόμενη αυτής του αρχετυπικού νουάρ.

Ωστόσο στην ομαλή αφήγηση που υιοθετεί συμπεριλαμβάνει (σχεδόν ως μεταμοντέρνα επέμβαση ή σαν φώνασκουσα επισήμανση) μια ολιγόλεπτη σκηνή που θυμίζει έντονα το πρότερο ντοκιμαντερίστικο ύφος του. Αναφέρομαι στην βουβή σεκάνς του ρινγκ, μίνι τεχνικό επίτευγμα που θα επαναληφθεί ως ολοκληρωμένος άθλος στην επόμενη ταινία του. Εκεί όπου αναμετράται το παρόν με το παρελθόν. Η νεκρή τέχνη, όπως αναφέρεται η ελληνορωμαϊκή, απέναντι στο υποκοσμικό κατεστημένο. Εσωτερική πάλη στην πραγματικότητα. Το Night and the City είναι ίσως η πιο αυτανοφορική δημιουργία του Dassin. Συνήθως οι ταινίες του στοχοποιούσαν τον προφανή εχθρό (αυτόν που τελικά τον κατέστρεψε) σκιαγραφώντας παράλληλα την αμερικάνικη κοινωνία. Αυτό γινόταν με την χρήση ισχυρών μοτίβων που απαντώνται, με εκνευριστική είναι η αλήθεια συχνότητα, στο έργο πολλών σπουδαίων συγχρόνων του δημιουργών. Η νουάρ θεματική είναι ένα απ' αυτά. Η κοινωνία οπορτουνιστών και χαφιέδων είναι ένα δεύτερο. Ξεπερνώντας τα επεξηγηματικά μοτίβα όμως ο Dassin βρίσκει σημείο ταύτισης με τον εντελώς αρνητικό ήρωά του. Κι οι δυο τους εγκαταλείπουν πάνω που πιάσαν την καλή. Κι οι δύο φεύγουν κυνηγημένοι απ' τους χαφιέδες. Ο ελληνικής καταγωγής Kristo είναι ο λιγότερο "μακαρθικός" κακός στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, ωστόσο κι αυτό να μην συνέβαινε είναι εμφανές ότι η ταινία γίνεται για δηλωθεί η φυγή, όχι για να καταδείξει τους ενόχους της. Ο συνήθης προβληματισμός του σχετικά με την αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως τον είδαμε στο Brute Force ή ακόμη πιο έντονο στο Celui qui doit Mourir, δεν έχει θέση στην Ασημένια Αλεπού και στο γυμναστήριο του Φάμπιαν. Σε απόλυτους φιλμογραφικούς όρους το Night and the City αποτελεί διάλειμμα.

Είναι γεγονός πως η καριέρα του Dassin στερείται ηθικά και ψυχολογικά φωτεινών στιγμών, θεωρώ συγκλονιστικό όμως το γεγονός (και παράλληλα ενδεικτικότερο πολλών σχετικών με τον μακαρθισμό ταινιών για την κατάσταση που επικρατούσε) ότι κράτησε την πιο απαισιόδοξη για τον εαυτό του. Ειρωνικά στην ταινία υπάρχει ελπίδα και την ενσαρκώνει με την διακριτική της παρουσία η Gene Tierney. Πριν πέσουν οι τίτλοι θα την σκοτώσει κι αυτή. Φριχτή διαπίστωση ότι η καριέρα του λαμβάνει πρόωρο τέλος. Δυστυχώς η ιστορία θα τον δικαιώσει, μετά απ' το εν λόγω έκανε μόνο ένα σπουδαίο φιλμ κι από 'κει και πέρα χάθηκε σε μια ανεπιτυχή αναζήτηση νέας σκηνοθετικής ταυτότητας. Αυτής που θα τον έπαιρνε μακριά απ' την νύχτα μιας γυμνής πια πόλης.

ΥΓ. Μια εβδομάδα πριν τον Dassin χάσαμε και τον εξαιρετικό στο ρόλο του Φάμπιαν Richard Widmark.