Παρασκευή 14 Μαρτίου 2008

Before the Devil Knows You're Dead


Μπούκαρε στον παράδεισο μέσα σε μισή ώρα, πριν ο διάολος καταλάβει ότι έχεις πεθάνει...

Μισή ώρα περίπου χρειάζεται και ο βετεράνος των βετεράνων Sidney Lumet για να ανατρέψει το mametικής υφής πρώτο μέρος, με τρόπο λίγο βίαιο είναι η αλήθεια. Η οδηγούσα πρόταση (έργου και κειμένου) δουλεύει απ' την στιγμή που εμφανίζεται στην οθόνη ο πατέρας. Είναι ο μοναδικός της ταινίας που πρόλαβε τον παράδεισο και την πληρώνουν αυτοί που απλά τιμούν τα γονίδιά τους.

Η υπόσταση της οικογένειας είναι κυρίως οργανική και βιολογική, υπερέχει της οποιαδήποτε κοινωνικής. Όπως στην αιμομιξία κοινό γονιδιακό υλικό έχει τα γνωστά αποτελέσματα, έτσι και στην ταινία ομώνυμα, άρα και εξ' ορισμού απωθούμενα, πατέρας και γιος στην ύστερη προσπάθεια τους να πλησιάσουν με "κοινωνικούς" όρους ο ένας τον άλλον, οδηγούνται σε βίαιη σύγκρουση.

Ο Lumet χρησιμοποιώντας το συγκεκριμένο παράδειγμα ακυρώνει τον όρο οικογένεια (στην ελληνική είναι έτσι κι αλλιώς λανθασμένος ετυμολογικά). Ταυτόχρονα με την τελευταία του ταινία υπερκερνά ένα απ' τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά ταμπού (μη μου πείτε ότι δεν το 'χατε καταλάβει τόσα χρόνια;). Και παρά τα όσα προδικάζουν τα 83 έτη, περισσότερα απ' τα οποία βουτηγμένα στον γιαλαντζί αμοραλισμό*, he lets the damned thing go down with three bangs...

Μεγαλειώδες αν το αναλογιστείτε...

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

De Fortabte sjæles ø


Συμπαθής εναλλακτικός Harry Potter

Το Νησί των Χαμένων Ψυχών ακολουθεί μια αμερικάνικη μόδα, υιοθετώντας καθαρά βορειοευρωπαϊκή νοοτροπία στο σενάριο και αυστραλέζικα production values... Το παραπάνω μπαστάρδεμα τελικά λειτουργεί κάτι περισσότερο κι από θετικά γιατί το να κάνεις μια ταινία με τον τρόπο τον Αμερικάνων τη στιγμή που τη γυρίζουν κι αυτοί και να μην χωλένεις στην σύγκριση είναι σαν να προκρίνεται ελληνική ομάδα στους 16 του Champions League. Κάποιους ξεπέρασες, πάντα θα υπάρχουν 15 καλύτεροι από σένα (5 είναι μόνο τα Harry Potter...) αλλά όλοι θα ρίξουν μια ματιά και θ' αναρωτηθούν πως διάολο τα κατάφερες.

Η μόδα έχει να κάνει με το στήσιμο του παραμυθιού, όχι το ότι οι Δανοί γυρίζουν παραμύθι. Αν δεν γύριζαν τέτοια στη χώρα του Andersen τότε που..; Στο γνωστό μοτίβο μια έφηβη που πιστεύει στο υπερφυσικό έρχεται σε επαφή με ένα φάντασμα απ' το πολύ μακρινό παρελθόν που διαλέγει ως ξενιστή το σώμα του μικρού της αδερφού. Τότε μαθαίνει για μια οργάνωση που προστατεύει την ανθρωπότητα απ' το κακό και τη μαύρη μαγεία μέλος της οποίας είναι και το πνεύμα που κάλεσε. Οι δυο τους με τη βοήθεια κι ενός αφελούς γειτονόπουλου καλούνται να αντιμετωπίσουν το προαιώνιο κακό που αλωνίζει στις μέρες μας βασανίζοντας σκλαβωμένες ψυχές σ' ένα μικρό νησάκι.

Στην αναμενόμενη άνιση αναμέτρηση των δύο πλευρών το σενάριο φροντίζει να παρεμβάλλει μια έξυπνη πλοκή και διάσπαρτα αστεία περιστατικά (κάνοντας έτσι την ταινία κομματάκι πιο κατάλληλη και για τους ενήλικους θεατές αντίθετα με το Spiderwick Chronicles). Οι χαρακτήρες είναι μεν ελλειπείς αλλά όχι και απαίδευτοι, κάθε ένας απ' αυτούς για παράδειγμα αντιπροσωπεύει μια διαφορετική βαθμίδα στη σχέση των ανθρώπων με το μεταφυσικό. Υπάρχει το παιδί που δεν πιστεύει και καταλαμβάνεται απ' το πνεύμα, υπάρχει ο νεαρός που πιστεύει τα πάντα, υπάρχει η μικρή που θέλει να πιστέψει και περιμένει ένα σημάδι, ο ραδιολόγος που κάποτε πίστευε και εγκετέλειψε μετά από χρόνια άκαρπων ερευνών. Αν υποθέσουμε ότι ο θεατής είναι ο λιγότερο κλειστός απ' όλους αυτούς τότε πριν απ' όλα οι δικές του αντιστάσεις πρέπει να καμφθούν... Γι' αυτό, αναφέρουμε κάτι χαρακτηριστικό, κατά τη διάρκεια της πρώτης κιόλας αυτοσχέδιας τελετής στο κάδρο εμφανίζεται ξαφνικά μια αφίσα "I want to believe". Θα έλεγε κανείς πως αν εξαιρέσουμε την ούτως ή άλλως ανεγκέφαλη δράση η ταινία αναλώνεται (με σημειολογικές κυρίως παρεμβάσεις) στο να υπερασπίζεται το δικαίωμα του καθενός να πιστεύει, κι αν θεωρήσουμε ότι αυτή είναι η πρωταρχική υποχρέωση κάθε ταινίας που εμπίπτει στο φανταστικό τότε θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι το Νησί των Χαμένων Ψυχών το καταφέρνει με τον ορθότερο (κυρίως για το target group του) τρόπο.

Μοιρασμένο μεταξύ των αρμοστών εώς παραμυθένιων φυσικών τοπίων του Βορρά και των στενών μεσοαστικών δωματίων (απ' όπου θα προκύψει τελικά και ο δαίμονας) το φιλμ καταφέρνει με ελάχιστα μέσα (και αρκετά συμπαθητικά ειδικά εφέ) να καταφέρει αποτέλεσμα χολυγουντιανών προδιαγραφών διατηρώντας τον ακέραιο τον ψυχαγωγικό του τόνο. Μην φανταστείτε καμιά φτηνιάρικη παραγωγή, το ελάχιστα προκύπτει ακριβώς επειδή υπάρχει μέτρο σύγκρισης. Δεν λείπουν άστοχες στιγμές καθαρού εντυπωσιασμού αλλά για πρώτη ίσως φορά ο σκηνοθέτης Nikolaj Arcel βρίσκει το σωστό μέτρο για τις οικογενειακές του περιπέτειες.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

10.000 B.C.


"Σε μια απομονωμένη βουνίσια φυλή, ο νεαρός κυνηγός ΝτεΛε βρίσκει τη μεγάλη αγάπη της καρδιάς του –την πανέμορφη Έβολετ. Αλλά όταν οι μυστηριώδεις Άρχοντες του Πολέμου κάνουν επιδρομή στο χωριό τους και απαγάγουν την Έβολετ, ο Ντελέ τίθεται επικεφαλής μιας μικρής ομάδας κυνηγών για να τους καταδιώξουν ως το τέλος του κόσμου, προκειμένου να τη σώσουν. Καθώς προχωρούν διακινδυνεύοντας τη ζωή τους μέσα σε άγνωστους τόπους, ανακαλύπτουν ότι υπάρχουν κι άλλοι πολιτισμοί πέρα από τον δικό τους κι ότι το ανθρώπινο γένος είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο είχαν φανταστεί. Σε κάθε νέα τους συνάντηση, στην ομάδα προστίθενται κι άλλες φυλές, στις οποίες έχουν επιτεθεί οι Σκλάβοι Επιδρομείς, μετατρέποντας έτσι την κάποτε μικρή ομάδα του Ντελέ σε κανονικό στρατό πολεμιστών."

Κάτι μου λέει ότι η οπτική που ταιριάζει στον Emmerich είναι αυτή του Almighty και όχι του κυνηγού. Ο σκηνοθέτης έχει μια έμφυτη τάση στο μεγαλειώδες, κρίμα που οι ταινίες του μένουν απλά στο μεγαλόπνοο. Και το κακό είναι ότι όσο μεγαλύτερος ο στόχος τόσο πιο κραυγαλέα η αποτυχία. Περιττό λοιπόν να πούμε ότι εδώ που καταπιάνεται με την μεγαλύτερη ανθρώπινη περιπέτεια τα κάνει θάλασσα.

Οι βασικοί συντελεστές της ταινίας προσπαθούν να στηρίξουν ένα μυθικών διαστάσεων έπος σε ένα ακατάσχετο αράδιασμα από φυλές, στολές, σκηνικά, τέρατα και δεν ξέρω εγώ τι άλλο. Η πορεία των τριών κυνηγών που θα ξεκινήσουν φτωχοί και καταφρονεμένοι και θα αντιμετωπίσουν τον ίδιο το Μεγαλοδύναμο έχει μεν κάτι από τις προϊστορικές αφηγήσεις των μεγάλων χασικλήδων της εποχής, αλλά όταν το δευτεροπαλίκαρό σου το λένε Τικ-Τικ και βάζεις στο στόρι πολεμιστές που νομίζουν ότι είναι πουλιά και τους φωνάζουν Τουτ-Τουτ... τότε μάλλον έχεις περάσει προ πολλού στα ληγμένα. Διότι το χόρτο όπως μας διδάσκει η ταινία τότε ήταν αγνό κι η γιαγιά στο χωριό των κυνηγών μπορούσε να βλέπει και να προβλέπει με ακρίβεια γεγονότα και μελλούμενα (ας μην ξεχνάμε και την κλασσική ιατρική που συμφωνεί στο ότι η κάνναβη μπορεί να βοηθήσει στη πρόληψη ασθενειών). Λέγεται μάλιστα πως οι μάγιστροι της περιοχής της Μεσοποταμίας, στην οποία μπορούμε εύκολα να πούμε ότι εξελίσσεται η δράση της ταινίας, ήταν αυτοί που έδωσαν το όνομά του στο ευεγερτικό φυτό.

Που θέλω να καταλήξω με όλα αυτά. Η αλήθεια είναι ότι τέτοιου τύπου ειρωνία δεν πρέπει στον Roland Emmerich. Απ' το ελάχιστο που τον ξέρω (τις ταινίες του και 5-6 συνεντευξεις εννοώ - μην πάει ο νους σας στο πονηρό) δείχνει παντελή έλλειψη προθέσεων αναφορικά με το κάθε του φιλμ, δείχνει να διασκεδάζει με την ιδέα ότι κανένας δεν μπορεί να ξοδέψει άσκοπα τόσα λεφτά όσο αυτός ενώ, ειδικά για το 10.000 B.C. μπορεί να δικαιολογήσει με τουλάχιστον 10 καθαρά κινηματογραφικά επιχειρήματα γιατί η ταινία ΕΙΝΑΙ μια τεράστια αποτυχία. Κι εγώ που είμαι αισθηματίας τον συμπαθώ τον άτιμο.

Χωρίς όμως το προφανές είναι αδύνατο να αντέξει κάποιος αυτό το άρυθμο, ανιστόρητο (κι αυτά είναι τα λιγότερα) και γενικώς εκτρωματικό δημιούργημα, η χρησιμότητα του οποίου περιορίζεται στην εφαρμογή κάποιων πρωτοποριακών εφέ. Αυτά τουλάχιστον είναι καλύτερα απ' ότι περίμεναν όσοι έχουν δει το trailer.