Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Review. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Review. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Mary & Max


"
Με δεδομένο το επίπονο της διαδικασίας, αρχικά σου προκαλεί εντύπωση η επιλογή του Elliot να "ντύσει" τους τίτλους με λεπτομέρειες απ' το establishment της ιστορίας της Mary. Αργότερα βέβαια καταλαβαίνεις ότι τα πάντα στην κινηματογράφιση, με πρώτο και καλύτερο την απλοϊκή φύση του claymation, είναι εναρμονισμένα με την εξίσου απλοϊκή ιστορία και κατ' επέκταση εντελώς αντίθετα με την πολύπλοκη αντίληψη που έχουν διαμορφώσει οι δύο ήρωες για την ύπαρξη τους."

Διαβάστε περισσότερα...

Precious: Based on Novel Push by Sapphire




"Η Precious είναι ήδη έγκυος για δεύτερη φορά από τον απόντα πατέρα της, ενώ η μητέρα της είναι βίαιη λεκτικά και σωματικά απέναντι της. Όταν στα 16 της, η Precious μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει, ένας καινούργιος κόσμος ανοίγεται μπροστά της. Ένας κόσμος όπου, επιτέλους, μπορεί να μιλήσει και να εξομολογηθεί όλα όσα την πνίγουν. Ένας κόσμος όπου όλα τα κορίτσια μπορούν να είναι όμορφα, δυνατά και ανεξάρτητα. Ακριβώς όπως η Precious."


Percy Jackson and the Olympians: The Lightning Thief


"Ο επιρρεπής σε μπελάδες Πέρσι Τζάκσον αντιμετωπίζει προβλήματα στο σχολείο, αλλά αυτό είναι το λιγότερο που θα έπρεπε να τον απασχολεί. Αν και βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, οι Θεοί του Ολύμπου μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από τα βιβλία μυθολογίας του Πέρσι στην πραγματική ζωή. Ο Πέρσι μαθαίνει πως ο πραγματικός του πατέρας είναι ο Ποσειδώνας, Θεός της θάλασσας, πράγμα που σημαίνει πως ο Πέρσι είναι ημίθεος. Παράλληλα, ο Δίας κατηγορεί τον Πέρσι για την κλοπή της αστραπής του, η οποία αποτελεί όπλο μαζικής καταστροφής. Μια συγκλονιστική περιπέτεια, που κρύβει αμέτρητους κινδύνους, ξεκινά για τον Πέρσι…"

Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 21 Ιουλίου 2009

Ανασκόπηση 08-09: Οκτώβριος

2/10/08 - Η πρώτη Πέμπτη του Οκτώβρη φέρνει στην Ελλάδα τις καλύτερες βρετανικές ταινίες της περασμένης χρονιάς. Μπορεί οι Σάξονες να είναι περήφανοι μόνο για το Hunger και να διασκέδασαν περισσότερο με τον Γιο του Ράμπο, η καρδιά μας όμως ανήκει αποκλειστικά στην Πόππι...
Ταινία της εβδομάδας: Σε μια αναπάντεχη στροφή στην καριέρα του ο Mike Leigh, τελευταία σκηνοθέτης υπέρβαρων (κυριολεκτικά και μεταφορικά) οικογενειακών δραμάτων, υπογράφει ένα feel-good αναρχικό μανιφέστο και παράλληλα την καλύτερη ταινία του απ' τα Μυστικά και Ψέματα του 1996 (γίνομαι προκλητικός, το ξέρω). Η Poppy του Happy-Go-Lcuky αναβιώνει τις μαγικές Νύχτες της Καμπίρια και παράλληλα χορεύει στα λονδρέζικα κλαμπ σαν "Common People". Γύρω της αυθεντικά κομμάτια... ...διαβάστε περισσότερα

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Mister Lonely


Όσο θυμάμαι τον Harmony Korine του Gummo, των ερασιτεχνικών λήψεων και της σαρωτικά ποιητικής διάθεσης, τόσο πιο εύκολο είναι να εξηγήσω την καθολική αποτυχία του Mister Lonely. Στην καινούργια του ταινία ο σκηνοθέτης αναζητά στουντιακές αρετές. Πειραματίζεται με αυτό που για όλους τους άλλους και τον θεατή είναι από δεδομένο ως κορεσμένο (φορμαλιστικά πάντα). Γενικά κάνει σινεμά πέρα απ' τις δυνάμεις του.

Ο Korine υπήρξε (και είναι ακόμα δηλαδή) ένας εξαίρετος σεναριογράφος. Η ιδέα πίσω απ' τον Mr. Lonely είναι επίσης εξαιρετική. Σε μια κοινωνία που ζει απ' τα πρότυπα τι γίνεται όταν φτάσουμε στο μεταίχμιο της κατάστασης; Τι γίνεται όταν πιστέψουμε οριστικά πως μπορούμε να γίνουμε κάποιοι που ποτέ δεν υπήρξαμε και τι θα συνέβαινε αν γνωρίζαμε πως μπορούμε να καταφέρουμε το αδύνατο, σε ένα πολύ προχωρημένο επίπεδο ανάγνωσης που ενισχύει η ιστoρία του Herzog με τις καλόγριες που φουντάρουν απ' τα 20.000 πόδια χωρίς αλεξίπτωτο... Ένας σωσίας του Michael Jackson γνωρίζει σε ένα γηροκομείο μια Marilyn Monroe. Τον καλεί σε ένα πύργο στη Σκοτία όπου διάφοροι σωσίες διασήμων (σκόπιμα κανένας απ' αυτούς επιτυχημένος) συμβιώνουν και ετοιμάζουν μια μουσική παράσταση. Mοιραία οι κάτοικοι του πύργου παρουσιάζουν στη συμπεριφορά τους χαρακτηριστικά του προσώπου που υποδύονται. Ο Lincoln ηγετικός και δίκαιος αλλά γίνεται καμιά φορά σκληρός, ο Chaplin είναι γυναικάς, η Βασίλισσα είναι διακοσμητική και πάει λέγοντας...

Χρησιμοποιώντας τους σωσίες το σενάριο δίνει διάσταση σε έναν δυσλειτουργικό κοινωνικό πυρήνα. Όλα τα μέλη του ασκούνται ώστε να γίνουν η δυνατόν καλύτερη απομίμηση. Οι βιωτικές ανάγκες και η ικανοποίησή τους δεν είναι προτεραιότητα. Το βέλτιστο και το ιδανικό λοιπόν είναι να φτιαχτεί το θέατρο και να πετύχει η παράσταση. Είναι η απόλυτη τυποποίηση σύμφωνα με τον σταρ-πρότυπο. Όταν όμως στον κόσμο είστε μόνον εσύ και το απλησίαστο πρότυπο σου ή το ακόμα πιο μακρινό πρότυπο του δίπλα, στην ουσία είσαι μόνος. Τη στιγμή που οι αυταπατούμενοι performers της παρακμιακής μουσικής παράστασης έρχονται αντιμέτωποι με αυτή την πραγματικότητα τελείται η αυτοκαταστροφή τους. Η Marilyn Monroe της Samantha Morton (απολύτως ταυτισμένα) αυτοκτονεί. Ο Michael Jackson του Diego Luna τα παρατάει και εμφανίζεται... πολίτης σε ένα καρναβάλι. Οι καλόγριες που πίστεψαν ότι ο μεγαλοδύναμος τις δοκιμάζει και τις βάζει να πηδάνε από αεροπλάνα, τιμωρούνται για την αλαζονεία της εκκλησίας τους όταν πάνε να παρουσιαστούν ως κοσμικό γεγονός στον Πάπα. Η επιτυχία της παράστασης θα ισοδυναμούσε με θαύμα πίστεως, τα θαύματα όμως δεν είναι αληθινά.

Το Mr. Lonely είναι μια σφοδρά απαισιόδοξη παραβολή. Όχι επειδή έχουμε ανάγκη στα θαύματα και μας ακυρώνει το δικαίωμα να πιστεύουμε σ' αυτά, αλλά γιατί στερεί απ' τους χαρακτήρες την ατομικότητά τους. Η γενίκευση αποκαλύπτει μια απαράδεκτα θλιβερή διαπίστωση. Θα τη συγχωρούσαμε αν το σχόλιο δεν έφτανε τόσο παρωχημένο στο πανί. Η ποιητική γραφή του Korine καταστρέφεται στο ντεκουπάζ για να εκφυλιστεί σε αφηρημένη τέχνη με την μισο-συμβατική μισό-direct κινηματογράφιση. Ολόκληρο το φιλμ είναι γεμάτο με ημιτελείς ιδέες, όπως ο τεμαχισμός σε κεφάλαια με τίτλους τραγουδιών του Michael Jackson ή το original Μister Lonely που ακούγεται στην αρχή και στο τέλος αλλά επί της ουσίας δεν παρουσιάζει καμία λειτουργικότητα. Το επαγγελματικό μοντάζ είναι τουλάχιστον καταστρεπτικό ειδικά για το συναίσθημα (η ταινία παρά τις φιλότιμες πρσπάθειες των ηθοποιών είναι κατάψυχρη). Η μηδαμινή της συνοχή καθιστά πολύ δύσκολη την παρακολούθησή της, είναι πολύ δύσκολο να ακολουθήσεις τις λεπτές αποφύσεις της βασικής πλοκής μέχρι το τέλος. Όσοι λίγοι φτάσουν αφοσιωμένοι ως εκεί ίσως αποζημιωθούν γιατί πέραν της δεδομένης απειρίας του ο Korine παραμένει ένας απ' τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά κι ένας προκλητικότατος πλανοθέτης.

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Night and the City


"Ο Χάρυ Φάμπιαν τρέχει για να σωθεί μέσα σε ένα κατασκότεινο σκηνικό. Θέλει να γίνει σπουδαίος και δεν τον ενδιαφέρει πως θα συγκεντρώσει χρήματα για να το πετύχει. Κλέβει διαρκώς από την κοπέλα του, τη Μαίρη, τραγουδίστρια στην Ασημένια Αλεπού, ένα κλαμπ που ανήκει στον αποκρουστικό Φιλ Νόσερος. Έχει ένα σχέδιο όμως- να πάρει τον έλεγχο των αγώνων επαγγελματικής πάλης από το Γκριγκόριους, παλαίμαχο παλαιστή. Όταν εκείνος πεθαίνει, θα αποκαλυφθεί το σχέδιο του μέσα από μία φευγαλέα ματιά της κόλασης, παραμορφωμένα εικαστικά εφέ και σκοτεινού συμβολισμού."

Το 1950 ο Dassin γυρίζει το Night and the City, για πολλούς συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος το αριστούργημά του. Ήταν η περίοδος που η πίεση του McCarthy προς τους κόκκινους του hollywood είχε γίνει από αφόρητη εώς θανάσιμα επικίνδυνη. Ο επίσης υπό πίεση παραγωγός Darryl Zanuck αναγνωρίζει το κρίσιμο της κατάστασης και του προσφέρει το η Νύχτα και η Πόλη, ένα μυθιστόρημα του Εβραίου συγγραφέα Gerald Kersh. Η πόλη του τίτλου είναι το Λονδίνο κι έτσι το φιλμ γίνεται ουσιαστικά το διαβατήριο του σκηνοθέτη προς την Ευρώπη και την ελευθερία.

Αυτή η πρόφαση λοιπόν στάθηκε η αφορμή για την καλύτερη ταινία του Dassin, που ολοκληρώνει έτσι την αμερικάνικη περίοδό του. Υπάρχει σαφής διαφοροποίηση στο σκηνοθετικό του στυλ πριν και μετά την φυγή του απ' την Αμερική. Το Night and the City, όπως και το εκπληκτικό Rififi που ακολουθεί στην φιλμογραφία του, στέκονται μάρτυρες μιας μεταβατικής κατάστασης (με διαφορετικό τρόπο το καθένα). Με την εγκατάστασή του στην Ευρώπη ο Dassin έρχεται σε επαφή με πολλά, ετερόκλιτα αρκετές φορές, καλλιτεχνικά ρεύματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η κινηματογραφική του γραφή να διαβρωθεί και ο έκδηλος νατουραλισμός των πρώτων του ταινιών (που αποθεώνεται στο Rififi) σταδιακά να υποχωρήσει μέσα στις ταινίες του. Εν προκειμένω ο δημιουργός καταφεύγει σε μια εξπρεσιονιστική απεικόνιση μιας πόλης γεμάτης μικροκακοποιούς καλλιεργώντας την (πολυθρύλητη) μεταφυσική αγωνία του φινάλε. Το σκηνικό ελάχιστα θυμίζει την αγγλική πρωτεύουσα, μέχρι να φτάσουμε στο φινάλε εύκολα μπορεί να παρεξηγήσει κάποιος το Λονδίνο για την Νέα Υόρκη ή το Σικάγο των 30's, εποχή κατά την οποία γράφτηκε και το βιβλίο. Γενικότερα ο Dassin ακολουθεί σκηνοθετική γραμμή εφαπτόμενη αυτής του αρχετυπικού νουάρ.

Ωστόσο στην ομαλή αφήγηση που υιοθετεί συμπεριλαμβάνει (σχεδόν ως μεταμοντέρνα επέμβαση ή σαν φώνασκουσα επισήμανση) μια ολιγόλεπτη σκηνή που θυμίζει έντονα το πρότερο ντοκιμαντερίστικο ύφος του. Αναφέρομαι στην βουβή σεκάνς του ρινγκ, μίνι τεχνικό επίτευγμα που θα επαναληφθεί ως ολοκληρωμένος άθλος στην επόμενη ταινία του. Εκεί όπου αναμετράται το παρόν με το παρελθόν. Η νεκρή τέχνη, όπως αναφέρεται η ελληνορωμαϊκή, απέναντι στο υποκοσμικό κατεστημένο. Εσωτερική πάλη στην πραγματικότητα. Το Night and the City είναι ίσως η πιο αυτανοφορική δημιουργία του Dassin. Συνήθως οι ταινίες του στοχοποιούσαν τον προφανή εχθρό (αυτόν που τελικά τον κατέστρεψε) σκιαγραφώντας παράλληλα την αμερικάνικη κοινωνία. Αυτό γινόταν με την χρήση ισχυρών μοτίβων που απαντώνται, με εκνευριστική είναι η αλήθεια συχνότητα, στο έργο πολλών σπουδαίων συγχρόνων του δημιουργών. Η νουάρ θεματική είναι ένα απ' αυτά. Η κοινωνία οπορτουνιστών και χαφιέδων είναι ένα δεύτερο. Ξεπερνώντας τα επεξηγηματικά μοτίβα όμως ο Dassin βρίσκει σημείο ταύτισης με τον εντελώς αρνητικό ήρωά του. Κι οι δυο τους εγκαταλείπουν πάνω που πιάσαν την καλή. Κι οι δύο φεύγουν κυνηγημένοι απ' τους χαφιέδες. Ο ελληνικής καταγωγής Kristo είναι ο λιγότερο "μακαρθικός" κακός στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, ωστόσο κι αυτό να μην συνέβαινε είναι εμφανές ότι η ταινία γίνεται για δηλωθεί η φυγή, όχι για να καταδείξει τους ενόχους της. Ο συνήθης προβληματισμός του σχετικά με την αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως τον είδαμε στο Brute Force ή ακόμη πιο έντονο στο Celui qui doit Mourir, δεν έχει θέση στην Ασημένια Αλεπού και στο γυμναστήριο του Φάμπιαν. Σε απόλυτους φιλμογραφικούς όρους το Night and the City αποτελεί διάλειμμα.

Είναι γεγονός πως η καριέρα του Dassin στερείται ηθικά και ψυχολογικά φωτεινών στιγμών, θεωρώ συγκλονιστικό όμως το γεγονός (και παράλληλα ενδεικτικότερο πολλών σχετικών με τον μακαρθισμό ταινιών για την κατάσταση που επικρατούσε) ότι κράτησε την πιο απαισιόδοξη για τον εαυτό του. Ειρωνικά στην ταινία υπάρχει ελπίδα και την ενσαρκώνει με την διακριτική της παρουσία η Gene Tierney. Πριν πέσουν οι τίτλοι θα την σκοτώσει κι αυτή. Φριχτή διαπίστωση ότι η καριέρα του λαμβάνει πρόωρο τέλος. Δυστυχώς η ιστορία θα τον δικαιώσει, μετά απ' το εν λόγω έκανε μόνο ένα σπουδαίο φιλμ κι από 'κει και πέρα χάθηκε σε μια ανεπιτυχή αναζήτηση νέας σκηνοθετικής ταυτότητας. Αυτής που θα τον έπαιρνε μακριά απ' την νύχτα μιας γυμνής πια πόλης.

ΥΓ. Μια εβδομάδα πριν τον Dassin χάσαμε και τον εξαιρετικό στο ρόλο του Φάμπιαν Richard Widmark.

City of Men


"Με φόντο την επικίνδυνη ζωή στις φτωχογειτονιές του Ρίο ντε Τζανέιρο και με απλούς ανθρώπους στους βασικούς ρόλους, η "Πόλη των Ανθρώπων" βρίσκει δύο παιδικούς φίλους να έρχονται αντιμέτωποι με τον ανελέητο κόσμο των ντίλερ και των ναρκωτικών. Η φιλία τους απειλείται να διαλυθεί για πάντα όταν ένα καταστρεπτικό μυστικό που κουβαλούν χρόνια βγαίνει στην επιφάνεια."

Spin-off του τηλεοπτικού City of Men και κατ' επέκταση άτυπη συνέχεια της Πόλης του Θεού. Με την παραπάνω πρόταση γεννάται (και με τα πρώτα πλάνα επιβεβαιώνεται) η υποψία πως κάποιοι στην Βραζιλία αποζητούν τα δεδομένα οφέλη μιας εμπορικής (αφού μόνο το όνομα τα συνδέει) συνέχειας του Cidade de Deus. Μεταξύ αυτών κι ο δημιουργός του Fernando Mereilles που εδώ συμβάλει ως παραγωγός...

Όπως φαίνεται κι απ' την σύνοψη του διανομέα τα παιδάκια στις φαβέλες μεγάλωσαν, για την ακρίβεια σήμερα γίνονται 18 χρονών. Κατά τον Paolo Morelli (στενός συνεργάτης του Mereilles) πιάσανε κι αυτά όπλα, μπλέξανε σε μία συμμορία κι αυτό έγινε όχι από επιλογή αλλά από συνήθεια. Ο πόλεμος στο Λόφο όμως λειτουργεί περισσότερο ως background παρά ως προτεραιότητα για τον σκηνοθέτη. Αντίθετα με το σχεδόν χρονογραφικό πρώτο φιλμ (που εντελώς εκβιαστικά εκμεταλλεύεται μέχρι και επίκαιρα της εποχής) η κάμερα διαιρεί ακριβοδίκαια τον φιλμικό χρόνο μεταξύ των αντίπαλων συμμοριών και των δύο "φιλήσυχων" φίλων/πρωταγωνιστών, για να καταλήξει τελικά ότι στον ακύρηχτο πόλεμο της φαβέλας όλοι είναι εν δυνάμει θύτες κι όλοι θύματα. Το να μην έχεις πατέρα γίνεται πολύ χειρότερο όταν δίπλα σου είναι αυτοί που τον σκότωσαν. Απ' την άλλη για να μεγαλώσεις το παιδί σου απαραίτητη προϋπόθεση είναι να επιβιώσεις ο ίδιος, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Παρά τη θλιβερή διαπίστωση πρόκειται ένα για φιλμ κενό. Μια συμβατική περιπέτεια καμουφλαρισμένη με το ωχρό και την μιζέρια της φτωχογειτονιάς. Διατηρεί έναν έντονο σκηνοθετικό ρυθμό (χωρίς ωστόσο να έχει το νεύρο του προκατόχου του) και μια λανθάνουσα λαογραφική διάθεση, αλλά σε τελική ανάλυση η στάση που υιοθετεί απέναντι στο, υπαρκτό μεν υπερμεγενθυμένο στο πανί δε, πρόβλημα είναι πρόστυχη. Τόσο επειδή ενδόμυχα ο Morelli μοιάζει γοητευμένος απ' τις παρατεταμένες κάννες των περιστρόφων (πλημμέλημα) όσο κι επειδή εκμεταλλεύεται το συγκεκριμένο σκηνικό όντας παράλληλα μια σφόδρα εμπορική ταινία προορισμένη να κάνει πολλά εισιτήρια (κακούργημα).

Shutter


Shutter και ξερά σκατά

O Masayuki Ochiai συνεχίζει να εκπορνεύει κατάλοιπα γιαπωνέζικου, κατά το κοινώς λεγόμενο, τρόμου, αυτή τη φορά μάλιστα στην αγγλική. Η πρώτη και πιθανότατα τελευταία του ταινία στο hollywood αποτελεί remake του ομότιτλου ταϊλανδέζικου φιλμ (παραγωγής 2004).

Πρωταγωνιστές της είναι ένας ταλαντούχος φωτογράφος (Joshua Jackson) και η όμορφη κι αργόσχολη ερωμένη του (την ενσαρκώνει η Rachael Taylor). Αφού πηγαίνουν στο Τόκυο για μια φωτογράφιση μόδας, έρχονται αντιμέτωποι με ένα φριχτό μυστικό. Όλα ξεκινούν όταν το πρώτο τους βράδυ νομίζουν ότι χτύπησαν μια κοπέλα με το αυτοκίνητο ενώ οι "ενοχλήσεις" συνεχίζονται όταν προσπαθούν να εμφανίσουν τα φιλμ απ' τις φωτογραφικές τους οπότε περίεργες λάμψεις εμφανίζονται στο χαρτί.

Η ταινία είναι τουλάχιστον απαράδεκτη. Το καλό είναι ότι είναι τόσο κακή (όξύμωρο) που μπορεί να πείσει τους Αμερικάνους παραγωγούς να σταματήσουν να ψάχνουν σενάρια τρόμου στην Ασία. Το ίδιο και η έτερη J-horror μεταφορά που κυκλοφορεί αυτόν τον καιρό διεθνώς, το The Eye με την Jessica Alba. Δεν έχω τίποτα με το συγκεκριμένο (υπο)είδος, έχω όμως με τους σύγχρονους εκπροσώπους του. Οι άυλοι πρωταγωνιστές και η παραμυθένια ατμόσφαιρα των θρύλων της ανατολής υπήρξαν πρώτη ύλη για ορισμένες αρκετά καλές (και ιδιαίτερα ενοχλητικές) γιαπωνέζικες ταινίες σε πολύ περασμένες 10ετίες. Στα 00s, λες και δεν αρκούσε η εγχώρια εμπορική κακομεταχείριση, η άστοχη εκμετάλλευσή τους βρήκε ανταπόκριση στις γύρω ασιατικές χώρες. Κορέα και ΧονκΚονγκ γέμισαν την βιντεοαγορά με βαρετές φτηνές παραγωγές που οι περισσότερες έμοιαζαν εξοργιστικά μεταξύ τους. Μερίδιο στην ανυπόφορη μόδα διεκδίκησαν και οι Ταϊλανδοί με τους Φιλιππινέζους, χωρίς να αλλάζουν κάτι στην αρχική συνταγή. Καταλαβαίνετε ότι σήμερα οι Αμερικάνοι είναι σα να ανακυκλώνουν χιλιοχρησιμοποιημένο κωλόχαρτο, πασπαλισμένο με δευτεροκλασάτη νιότη (τύπου Jackson και Gellar) και να το σπρώχνουν στην παγκόσμια πια αγορά.

H παραπάνω ποιοτική διεργασία δυστυχώς παρουσιάζει μεγάλη πιθανότητα λάθους κι έτσι συμβαίνει καμιά φορά ο διανομέας αντί για το ανακυκλωμένο χαρτί να παραλάβει σκέτα τα περιττώματα... Κάτι τέτοιο συνέβη και στην περίπτωση του Shutter.

(στο σβέρκο μου 'κατσε το γαμημένο)

Shine a Light


Σε καιρούς που εταιρίες και καλλιτέχνες ψάχνουν δια της τεχνολογικής οδού νέους τρόπους να πλασσάρουν την «πολεμική» μιας ζωντανής εμφάνισης στο κοινό, ο Martin Scorsese παίρνει την κάμερα και την ανεβάζει στο στίβο της «μάχης». Δεν κυνηγάει σταγόνες ιδρώτα, δεν αποζητά θριαμβευτικά sing-alongs, την αφήνει αγχωμένη να καταγράφει τη στιγμή.

Επί της ουσίας πρόκειται για μια μοναδική συνάντηση δύο κολοσσών (σε αξίες mainstream περιοδικού μιλάμε για τον σπουδαιότερο εν ζωή σκηνοθέτη και την μεγαλύτερη μπάντα αυτή τη στιγμή στον πλανήτη). Αν το καλοσκεφτείς όμως τα πάντα στο Shine a Light μοιάζουν με μια σωστά υπολογισμένη τομή στις διόλου παράλληλες πορείες των Stones και του Scorsese. Στις περισσότερες ταινίες του τελευταίου υπήρχαν διάσπαρτες οι προϊδοποιήσεις. Ήρθε η ώρα ο σκηνοθέτης να φιλμάρει ζωντανή την έμπνευσή του, να πιάσει την ενέργεια του Gimme Shelter (παροιμιώδες το κόλλημα του) εν τη γεννέση.

Γι’ αυτό ίσως και έχει το περισσότερο άγχος απ’ όλους (θα το δείτε στην αρχή και στο τέλος), τόσο που δεν μπορεί να σταματήσει να το βλέπει επαγγελματικά. Συνεχίζει την καταγραφή στα επινίκια των παρασκηνίων, δεν σταματάει να φωνάζει μέχρι που θα παραλάβει, εκτός από την τέλεια τελευταία λήψη, την χλευαστικά αυθάδη γλώσσα-σήμα κατατεθέν των Rolling Stones. Τον φαντάζομαι την στιγμή που βλέπει την φάτσα του στο μοντάζ, να παρακολουθεί τον εαυτό του, όχι να προσκυνάει όπως έκανε ως νεανίας στην ντυλανική Κομπανία, αλλά να εκλιπαρεί για το set list ή έστω για ένα tip σχετικά με την έναρξη της συναυλίας. Υπήρξε παρεξήγηση. Το Shine a Light μπορεί να λέει από κάτω by Scorsese αλλά η στιγμή ανήκει στην μπάντα…

…Και τότε βλέπει τα πλάνα που του χάρισαν και θυμάται ότι όταν ο Richards και Wood παίζουνε παρέα τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά. Θυμάται ότι οι Rolling Stones μεγάλωσαν συνεχώς αμφισβητούμενοι για το αν θα αντέξουν αλλά ο Jagger στα 60φεύγα βάζει κάτω όλους τους σύγχρονους performers. Και ξαφνικά χαίρεται που έσπειρε οπερατέρ σ’ όλη την αίθουσα κι αρχίζει να ψάχνει τις εντάσεις. Βρίσκει τις καλύτερες στιγμές του καθενός (guest μουσικών συμπεριλαμβανομένων) και το αποτέλεσμα είναι η πιο ζωντανή απ’ τις ζωντανά κινηματογραφημένες συναυλίες. Κι εκεί προς το τέλος που μέσα στην αίθουσα έχουν αρχίσει τα πως και τα γιατί έρχεται το riff του Satisfaction για να απαντήσει σ’ όλα τα αινίγματα του κόσμου.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

La Clef


"Ένας άντρας πληροφορείται τον θάνατο του πατέρα του, που δεν έχει γνωρίσει ποτέ. Όταν αποφασίζει να συναντήσει τον μυστηριώδη άνδρα που έχει τις στάχτες του νεκρού, έρχεται αντιμέτωπος με μια συμμορία εμπόρων ναρκωτικών, ενώ συναντάει και μια γυναίκα που αλλάζει τα πάντα. Μια αστυνομικός ερευνά τον φόνο ενός άντρα που θάφτηκε ζωντανός, ενώ ένας πατέρας αναζητάει τα ίχνη της κόρης του, με τη βοήθεια ενός ιδιωτικού αστυνομικού και μιας οπλισμένης καραμπίνας. Αυτοί οι τρεις, θα συναντηθούν με τον πιο απροσδόκητο τρόπο. Κανένας δεν θα αλλάξει πορεία, κανένας δεν θα κάνει πίσω, ακόμα κι αν αυτό τον οδηγήσει στην καταστροφή."

Αν κάπου εμφανέστατα πάσχει το πειραγμένο νουάρ του Γκιγιόμ Νικλό είναι στο υπέρ του δέοντος πολύπλοκο σενάριό του. Η ιστορία του πατέρα που ψάχνει την κόρη του και της αστυνομικού εμπλέκονται περισσότερο ως υποπλοκές παρά ως ισότιμες αφηγηματικές συνιστώσες. Ωστόσο είναι αρκούντως αποπροσανατολιστικές και ενώ το σημείο τομής των διαφαίνεται πολύ πριν συμβεί, πολύ πριν το φινάλε δηλαδή, όταν οι τρεις χαρακτήρες βρεθούν επιτέλους σε κοινό χωροχρόνο αλληλεπιδρούν με τον πλέον... ανώδυνο τρόπο.

Παρά το δυσκατάληπτο του πράγματος το La Clef διαθέτει έξοχο στυλ και ενοχλητική ατμόσφαιρα, μόνιμα γνωρίσματα του κλασικίζοντος γαλλικού νουάρ και ικανά από μόνα τους να καθηλώσουν. Υπάρχει και μία έξυπνη αντιστροφή του όρου femme fatale στο πρόσωπο της ασθενικής Vanessa Paradis. Ευλογείται επίσης απ' την ερμηνεία του λατρεμένου (ελέω Ne le Dis á Personne) Γκιγιόμ Κανέ στον κεντρικό ρόλο.

Για το τέλος και για την ιστορία να αναφέρουμε ότι το Κλειδί ολοκληρώνει την αρκούντως παράδοξη αστυνομική τριλογία του Νικλό, προηγούμενα μέρη της οποίας ήταν τα Une affaire privée και Cette femme-là. Η αστυνομικός που εμφανίζεται εδώ να παρατηρεί από απόσταση τα τεκτενόμενα κυνηγώντας χαμένα πτώματα ήταν η πρωταγωνίστρια του δεύτερου μέρους. Υπάρχει άμεσος συσχετισμός (σε θέμα και προβληματική) μεταξύ των τριών ταινιών.

Πέμπτη 22 Μαΐου 2008

King of California


Στην σύγχρονη Γη της Επαγγελίας που αποτελεί η Καλιφόρνια ένας άντρας και δη ημίτρελος ανακυρύσσεται βασιλιάς μ' αυτή την γλυκόπικρη και απολύτως συμπαθή ανεξάρτητη ταινιούλα. Ο, ορισμός του hollywoodιανού, Michael Douglas πρωταγωνιστεί ελαφρώς παραποιημένος υποδυόμενος τον πνευμάτικά ασταθή πατέρα της Evan Rachel Wood ενώ σκηνοθεσία και σενάριο υπογράφει ο πρωτάρης Mike Cahill.

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του σε ψυχιατρικό ίδρυμα ο Charlie μελετούσε την ιστορία του Juan Florismarte Garces, ενός Ισπανού εξερευνητή που έφτασε μέχρι την Καλιφόρνια κουβαλώντας υποτίθεται έναν θησαυρό που του παράπεσε κάπου κοντά στο σπίτι του. Την ίδια ώρα η κόρη του έχει αφήσει το σχολείο και αυτοσυντηρείται δουλεύοντας στα McDonalds. Ο θησαυρός γίνεται εμμονή στον Charlie, τόσο που όταν παίρνει εξιτήριο αρχίζει και σκάβει στην περιοχή ακολουθώντας τα στοιχεία που του δίνονται απ' τα ημερολόγια του πάτερ Garces.

Απ' την μία υπάρχει η αντιστροφή των ρόλων μέσα στην διαλυμμένη οικογένεια (κι εδώ ένα θεματάκι η ταινία το 'χει με το οικογενειακό αντιπρότυπο που αδέξια ανατρέπεται προς το τέλος). Το παιδί είναι αναγκασμένο να τρέχει πίσω απ' τον πατέρα να μην κάνει καμιά τρέλα. Απ' την άλλη ο παλιμπαιδίζοντας χαρακτήρας του Douglas είναι δομημένος πάνω σε αναφορές σε λογοτεχνικούς ήρωες κι ιστορικά πρόσωπα που οι περισσότερες δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές. Οι ομοεθνείς Δον Κιχώτης και Garces ας πούμε, τον δονκιχωτισμό του τελευταίου στην ανακάλυψη του Νέου Κόσμου αναπαράγει σήμερα ο Charlie αναζητώντας τον θησαυρό του. Αυτοί είναι οι δύο κύριοι άξονες γύρω απ' τους οποίους περιστρέφεται το King of California.

O επαναπροσδιορισμός της σχέσης πατέρα και κόρης (αφού οι δυο τους ξεκινάνε ουσιαστικά απ' την αρχή) βοηθάει τον Cahill να διατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια του φιλμ τον ανθρώπινο χαρακτήρα του. Παρά το γενικότερο, μάλλον έυθυμο και χαλαρωτικό, ύφος της ταινίας ο αμπελοφιλοσοφίζοντας Charlie είναι μόνος του το δεύτερο επίπεδό της. Ένας άνθρωπος που γκρινιάζει συνέχεια για τις βίαιες παρεμβάσεις των συγχρόνων του πάνω στη φύση και που στην προσπάθεια του να γίνει κατά τον τίτλο βασιλιάς θα αναμετρηθεί συμβολικά με το Costco. Ένα κτίριο της αλυσίδας είναι χτισμένο πάνω απ' τον ποταμό που υποτίθεται ότι περιμένει ο θησαυρός. Υπάρχει σαφής διαφορά στην οδό που ακολουθεί ο Charlie για να γίνει "βασιλιάς" και στον τρόπο που ακολούθησαν οι κολοσσιαίες αλυσίδες καταστημάτων που αναφέρονται στο φιλμ. Όσο πλησιάζουμε προς το τέλος καταλαβαίνουμε ότι ο (πολύ καλός) Douglas ενσαρκώνει έναν ρομαντικό που τα βάζει με τα δεδομένα. Δεδομένα ας πούμε είναι ότι δεν υπάρχουν θησαυροί στις μέρες μας κι ότι αν διαρρήξεις το κτίριο της Costco, όποιες κι αν είναι οι προθέσεις σου, θα σε βάλουν φυλακή. Δεδομένο είναι ότι αν γεννήθηκες σε πρότυπη κατοικία και ο πατέρας σου είναι στο τρελάδικο δεν έχεις στον ήλιο μοίρα και μόνο υπάλληλος τους μπορείς να γίνεις.

Προς επιβεβαίωση των παραπάνω έρχεται η σκηνή του φινάλε με την Rachel Wood στην παραλία και τους Ασιάτες να "αποβιβάζονται" αναζητώντας το δικό τους καλύτερο αύριο. Η κάμερα μένει πάνω τους καθώς πέφτουν οι τίτλοι καταγράφοντας την αρχή μιας καινούργιας δονκιχωτικής απόπειρας. Πρόκειται σίγουρα για σκηνή κλειδί στην οποία συνοψίζονται όλα (ορθά) όσα ο Cahill παραμελεί να υπερτονίσει στο προηγούμενο της ταινίας. Ίσως από απειρία, ίσως από φόβο να μην χαλάσει το ενιαίο και καθαρά Paynικό (ο Alexander Payne είναι παρεπιπτόντως παραγωγός) ύφος της.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Nim's Island


Παιδική περιπέτεια με πρωταγωνιστές την Jodie Foster, την Abigail Breslin και, σε διπλό ρόλο, τον Gerard Butler που πάει κάπως έτσι: «Σε ένα ερημικό νησί στον ωκεανό, ζει η μικρή Νιμ με τον πατέρα της Τζακ. Κάθε τόσο ο πατέρας ξανοίγεται στο πέλαγος για να κάνει επιστημονικές μελέτες, αλλά μια μέρα δεν επιστρέφει γιατί έχει πέσει σε μεγάλη καταιγίδα. Το γεγονός αυτό οδηγεί την Νιμ στο να αρχίσει να αλληλογραφεί με την αγαπημένη της συγγραφέα, Άλεξ. Η Άλεξ, θέλοντας να συμπαρασταθεί στην Νιμ, αποφασίζει να την επισκεφθεί αλλά πέφτει σε τυφώνα. Ευτυχώς για αυτήν, η Νιμ τη σώζει με τη βοήθεια το θαλάσσιου λέοντά της. Όταν ο πατέρας της Νιμ επιστρέφει, η Άλεξ παίρνει μια απόφαση που της αλλάζει τη ζωή για πάντα…»

Η ελαφρώς άσχετη σύνοψη που παραθέτει η εταιρία διανομής κάθε άλλο παρά προϊδεάζει για το τι πραγματικά συμβαίνει στην ταινία. Όλη η φασαρία γίνεται γιατί η συγγραφέας Αλεξάνδρα Ρόβερ, μια αγοραφοβική και υποχόνδρια γυναίκα, πρέπει να βγει επιτέλους απ’ το σπίτι της και να μιμηθεί το λογοτεχνικό της alter ego, τον Άλεξ Ρόβερ. Την ίδια ώρα η μικρή Nim πιστεύει ότι αυτός που έρχεται να τη βοηθήσει είναι ο adventurer Ρόβερ κι όχι η συγγραφέας ενώ έχει να αντιμετωπίσει και την εισβολή ανεπιθύμητων παραθεριστών στον ιδιωτικό της παράδεισο. Προφανές επιμύθιο: δημιούργησε την δική σου περιπέτεια αντί να κάθεσαι με σταυρωμένα μπούτια.

Η γενικώς αδιάφορη παραγωγή απευθύνεται αποκλειστικά στο (πολύ) ανήλικο κοινό. Ίσως οι μικροί θεατές μπορέσουν να ταυτιστούν με τον χαρακτήρα της Breslin (που μιλάει με τα ζώα, κάνει τον Ταρζάν ενώ είναι και λίγο Ροβινσώνας Κρούσος). Το πιο ενήλικο κομμάτι της ταινίας όμως, αυτό δηλαδή που η πρωτοφανώς απαράδεκτη Jodie Foster μεταμορφώνεται από αγοραφοβική σε Κάπτεν Κουκ, δεν πείθει στιγμή, ούτε σαν πρόθεση ούτε σαν δραματουργία. H σκανδαλώδης δε φυσιογνωμική ομοιότητα του Alex Rover με τον Indy, ειδικά με δεδομένες τις «γειτονικές» ημερομηνίες εξόδου των ταινιών, μόνο αρνητικούς συνειρμούς μπορεί να προκαλέσει, σαν την εμφάνιση του Keanu Reeves στην αφίσα του Watcher ένα πράγμα.

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

Fool's Gold


Μετριότατη (το ανεκδιήγητη στα ευγενικά) κωμική περιπέτεια με τους Matthew McConaughey και Kate Hudson ως αποβλακωμένο ζευγάρι κυνηγών θησαυρών έτοιμο να χωρήσει. Αν δεν φτάνουν οι πρωταγωνιστές να σας πείσουν για την μετριότητα τότα να αναφέρουμε ότι σκηνοθέτης του Fool's Gold είναι ο Andy Tennant (του Hitch και του θανάσιμα βαρετού Anna and the King).

Τουλάχιστον απαντάται μερικώς ένα απ' τα ανεξήγητα του μάταιου τούτου κόσμου: πως τα κοριτσάκια στην Αμερική τρελαίνονται για τον αχώνευτο McConaghey. Το σενάριο ευτυχώς γι' αυτές, δυστυχώς για εμάς, έχει φροντίσει ο πρωταγωνιστής στην μισή ταινία να κυκλοφορεί με μαγιό. Και μιας και είπα μαγιό αν για κάτι αξίζει η ταινία δεν είναι η συγκρατημένη πλακίτσα της, αλλά η καλοκαιρινή της διάθεση (sic), ανοίγει κι ο καιρός κι όσο να 'ναι καμιά βουτίτσα έστω και φιφτίχ τη χρειαζόμαστε...

Σε δεύτερους ρόλους εμφανίζονται οι Ray Winstone και Donald Sutherland (για να 'χουμε και κάποιους να γεμίσουμε το πάνω μέρος του DVD) ενώ η μουσική του George Fenton είναι μάλλον η χειρότερη που έχει γράψει ποτέ.

ΥΓ. Ενδεικτικό της "επαγγελματικής" νοοτροπίας των συντελεστών: οι πρωταγωνιστές δεν εμφανίζονται πουθενά στην ταινία όπως στην αφίσα...

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Street Kings


"Ο Τομ Λάντλοου είναι ένας βετεράνος αστυνομικός του Λος Άντζελες που «τα βρίσκει σκούρα» μετά το θάνατο της γυναίκας του. Όταν μια μαρτυρία τον ενοχοποιεί για τη δολοφονία ενός συναδέλφου του, θα αναγκαστεί να πάει ενάντια στα αστυνομικά του καθήκοντα και να αμφιβάλλει για την εμπιστοσύνη όλων όσοι τον περιβάλλουν."

Η ιστορία και το σενάριο ανήκουν στον James Ellroy δοκιμασμένο πολλάκις στο παρελθόν στην μεγάλη οθόνη. Όλοι θα θυμούνται το L.A. Confidential, λίγοι το Dark Blue ενώ όλοι θα θέλουν να ξεχάσουν την Μαύρη Ντάλια. Στο ίδιο μοτίβο με τα παραπάνω και το Street Kings όπου ένας αστυνόμος καλείται να αντιμετωπίσει κακοποιούς και συναδέλφους για να αποκατασταθεί τελικά η αλήθεια και το δίκαιο. Αυτή τη φορά όμως σε σύγχρονο setting. Μπορεί να μην γίνεται άμεσα αντιληπτό αλλά η σύγχρονη εποχή αποδυναμώνει το έργο του Ellroy. Αναφερόμενος σε περασμένες εποχές ο συγγραφέας-σεναριογράφος μπορεί και βάζει πλείστες όσες αναφορές σε πρόσωπα και γεγονότα χωρίς να θίξει κανέναν. Τώρα που σκιαγραφεί μια παντελώς διευθαρμένη κοινωνία, απ' τα γκέτο ως το δημαρχείο και τις εσωτερικές υποθέσεις, αυτή η, υποθέτω, βασική θέση του σεναρίου γίνεται ένα στομφώδες λογύδριο λίγο πριν το φινάλε.

Αν και καλός γενικά σεναρίστας ο Ellroy είχε μέχρι στιγμής την ατυχία τη δουλειά του να αναλαμβάνουν μετριότατοι σκηνοθέτες. Hollywood δη, συμβαίνουν αυτά. Ο David Ayer, παλιός του συνεργάτης, είναι ίσως η καλύτερη περίπτωση που του έχει κάτσει μέχρι σήμερα (ακολουθεί ο ακόμη πιο αρμοστός Joe Carnahan με το White Jazz, sequel του Confidential). Το Street Kings είναι μια αστυνομική περιπέτεια που διαθέτει στο σωστό βαθμό όλα τα απαραίτητα και χαρακτηριστικά του είδους. Έχει ρυθμό και ένταση, μετρημένες εμβόλιμες action sequences, ενδιαφέροντα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα και έναν αρκούντως υπερβολικό πρωταγωνιστή (αυτό τώρα με τον Keanu Reeves που τείνει να καθιερωθεί σε ρόλους αστυνομικού πως σας φαίνετε; - όχι ότι είναι κακός κάθε άλλο). Ο Ayer μπορεί και βγάζει πολύ άνετα τα νυχτερινά γυρίσματα δημιουργώντας ατμόσφαιρα ένα κάποιο, στοιχειώδες έστω, σασπένς.

Το ένα και μοναδικό όμως ολέθριο φάουλ του είναι ότι κάθε χιλιοστό σελλιλόιντ είναι ποτισμένο με τόνους τεστοστερόνης. Όλο αυτό macho-μπάτσο καταστρέφει, στα μάτια μου τουλάχιστον, την ταινία καθώς υποβιβάζει κάθε άλλο ψυχολογικό παράγοντα του φιλμ. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν μιλάω για μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση του σκληρού προφίλ που αναγκάζεται να υιοθετήσει ο ούτως ή άλλως καταχρώμενος εξουσία αστυνομικός. Μιλάω για έναν Ayer και κυρίως έναν Ellroy που γουστάρουν με τα too much αρσενικά που αναπαράγουν πλυμμηρίζοντας την οθόνη με μπουκαλάκια βότκας και φτηνό after-shave (φαντασίωση το έκανα).

Το Street Kings πάσχει αναλόγως με το έτερο μεγάλο αστυνομικό της χρονιάς, το We Own the Night. Τεχνικά άρτια και τα δύο, αλλά επιμένοντας στα πλέον ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ηρώων (τον τσαμπουκά και το αντριλίκι εδώ, τα μπατσοιδεολογήματα εκεί) τελικά το χάνουν. Και σίγουρα ο Ayer, όσο καλός κι αν είναι καλύπτοντας το ρηχό σενάριο, δεν φτάνει τον Gray.

Πέμπτη 10 Απριλίου 2008

Actrices


Η Valeria Bruni Tedeschi (πιθανώς για τους περισσότερους απλά η μεγάλη και άσχημη αδερφή της θεάς Carla, έτσι πρέπει άλλωστε) περνάει για δεύτερη φορά πίσω από την κάμερα σκηνοθετώντας ξανά τον εαυτό της. Δεν αναφέρομαι στην διττή ιδιότητά της ως σκηνοθέτις και πρωταγωνίστρια αλλά στο θέμα της ταινίας της και στα άφθονα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η Marceline, την οποία υποδύεται, είναι μια φτασμένη θεατρική ηθοποιός αλλά και μια γυναίκα λίγο πριν την εμμηνόπαυση. Αναλαμβάνει το ρόλο της Natalia Petrovna σε ένα ανέβασμα του Μήνα στην Εξοχή αλλά πέρα απ' τις δυσκολίες του ρόλου της έχει να αντιμετωπίσει και τις... γυναικολογικές της, όπως την ανύπαρκτη ερωτική της ζωή ή την βιολογική της ανάγκη να γίνει μητέρα.

Εν ολίγοις η Tedeschi αποπειράται κάτι πολύ ενδιαφέρον αλλά και δύσκολο, ψυχαναλύει την ηρωίδα στο ενδιάμεσο μεταξύ θεατρίνας και (υποκρινόμενης) γυναίκας με νευρωτικά ξεσπάσματα στα αδιέξοδα της μέσης ηλικίας. Στο μεγαλύτερο μέρος της η ταινία άλλωστε παρουσιάζει τις πρόβες ή στιγμές απ' τα παρασκήνια εκεί που η Marceline αναγκαστικά αλληλεπιδρά με τους συναδέλφους της προβάλλοντας και τις δυο της ιδιότητες (ποτέ για παράδειγμα δεν θα δούμε την ερμηνεία της στην παράσταση, μόνο ψήγματά της και μια αποτυχημένη προσέγγιση της Petrovna στις δοκιμές).

Ενώ λοιπόν έχει πιάσει το θέμα και έχει βρει το που και πως θα το παρουσιάσει, ξεκινά να αραδιάζει σωρία αντιφατικών ευρυμάτων, τα περισσότερα απ' τα οποία είναι δυστυχώς πολυειδωμένα αν όχι κι αποτυχημένα. Και δεν είναι τόσο τα ευρύματα αυτά καθεαυτά που ενοχλούν όσο η πυκνότητά τους σε ένα ήδη αδρά περιγραφικό για την κατάσταση της ηρωίδας σενάριο. Το ίδιο και ο τρόπος που ενσωματώνονται στην πλοκή. Απαριθμώ ενδεικτικά μήπως και μπορέσω να με καταλάβω:

α. Στην παράσταση η Petrovna ερωτεύεται τον νεαρό δάσκαλο, με τον οποίο θα φλερτάρει και η Marceline στην πραγματική ζωή
β. Όταν η τελευταία δεν μπορεί να πιάσει το ρόλο ο σκηνοθέτης την πηδάει για να αποδώσει
γ. Βοηθός του σκηνοθέτη είναι μια παλιά συμφοιτήτρια της Marceline στη δραματική που απέτυχε σαν ηθοποιός αλλά έχει σύζυγο, παιδιά και είναι ερωτευμένη με το αφεντικό της... Προφανώς η πορεία του χαρακτήρα στο φιλμ είναι δυσανάλογη μ' αυτή της πρωταγωνίστριας (το αντίθετό της στη ζωή)
δ. Υπάρχει επίσης μια νεαρή στο επιτελείο που δεν μπορεί να κλάψει στη σκηνή (την ώρα που η Tedeschi κλαίει συνεχώς) αυτό όμως εναρμονίζεται πλήρως με τις οδηγίες του σκηνοθέτη, πράγμα που δεν μπορεί να κάνει η Marceline (το αντίθετό της πάνω στο σανίδι)
ε. Το ρυθμό που λείπει απ' την ζωή κι απ' την ερμηνεία της κεντρικής ηρωίδας θα έρθει να δώσει το In the Mood του Glenn Miller (αυτό κι αν είναι κλισέ)
στ. Η συνεχείς αποτυχημένες προσεγγίσεις στο ρόλο της φέρνουν τελικά στην οθόνη το φάντασμα της Petrovna
ζ. Η πλήρως αποτυχημένη προσωπική της ζωή φέρνει στον καναπέ της το φάντασμα του πατέρα της να της μιλά παρηγορητικά
η. Την ίδια ώρα που η Μarceline ανάβει κεριά στην εκκλησία και παρακαλάει να γνωρίσει τον έρωτα, η μητέρα της ερωτεύεται με έναν 30άρη καθηγητή
θ. Όταν ζητάει απ' την Παναγία να της δώσει ένα παιδί μετά από αρκετά φιλμικά λεπτά εμφανίζεται στο θέατρο ένα καλάθι με ένα μωρό το οποίο παίρνει για να περιποιηθεί ως μητέρα. Τελικά το βρέφος ανήκει στην αντίζηλό της Nathalie (που κι αυτή στην ίδια σκηνή θα χάσει σχεδόν τα πάντα)

Η λίστα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη, ανέφερα νομίζω τα πιο κραυγαλέα. Καταλαβαίνετε πως μόνο τα παραπάνω αρκούν για να επιφέρουν το χάος στην αφήγηση και στην ροή της ταινίας (αποκορύφωμα του γενικότερου αλαλούμ σίγουρα η σκηνή με τα γενέθλια της ηρωίδας).

Ακόμη κι αυτό το χάος όμως ίσως να ήταν κομματάκι πιο υποφερτό αν τα πάντα δεν ήταν κινηματογραφημένα τόσο επίπεδα, με αισθητική TV5 και εκνευριστικά κεντραρισμένα κάδρα. Τουλάχιστον η βιωματική της (τρομάζω που το λέω) κατάθεση παρέσυρε την ίδια και τους συμπρωταγωνιστές της σε αξιοπρεπέστατες ερημνείες. Ίσως να μετράει λίγο παραπάνω σ' ένα τέτοιο εγχείρημα, μια ταινία δηλαδή που λέγεται Actrices και ως ένα βαθμό διερευνά την ψυχολογία του ηθοποιού. Μια ενδιαφέρουσα ιδέα που ελλείψη σκηνοθετικής εμπειρίας πήγε στράφι.


21


"Ο Μπεν Κάμπελ (Τζιμ Στέρτζες) είναι ένας άριστος φοιτητής του Μ.Ι.Τ. που καταφεύγει στα χαρτιά για να πληρώσει τα δίδακτρά του. Έτσι γίνεται μέλος μιας χαρτοπαικτικής ομάδας ταλαντούχων φοιτητών του Πανεπιστημίου, που πηγαίνουν κάθε σαββατοκύριακο στο Λας Βέγκας με πλαστές ταυτότητες και ανατρέπουν υπέρ τους τις πιθανότητες στο blackjack. Με καθοδηγητή τον Καθηγητή Μαθηματικών Μίκι Ρόζα (Κέβιν Σπέισι), μια ιδιοφυία της στατιστικής, η ομάδα καταφέρνει να κερδίζει σταθερά τα καζίνο μετρώντας τα χαρτιά και χρησιμοποιώντας ένα πολύπλοκο σύστημα σινιάλων. Γοητευμένος από το χρήμα, τη ζωή στο Λας Βέγκας αλλά και την όμορφη συμπαίκτη του Τζιλ Τέιλορ (Κέιτ Μπόσγουερθ), ο Μπεν αρχίζει να τραβάει την κατάσταση στα άκρα. Παρότι το να μετράς τα χαρτιά δεν είναι παράνομο, τα πονταρίσματα είναι μεγάλα και η μεγάλη πρόκληση για τους παίκτες είναι να βρίσκονται πάντα ένα βήμα μπροστά από τον απειλητικό «προστάτη» του καζίνο Κόουλ Γουίλιαμς (Λόρενς Φίσμπερν)."

Ακόμη και η καλύτερη ταινία του κάποτε ελπιδοφόρου
Robert Luketic είναι μια (διόλου) ψυχαγωγική φούσκα πνιγμένη στα κλισέ και παγιδευμένη στις στερεοτυπικές ταγές του σύγχρονου hollywood. Αν κάτι θα μπορούσε να την σώσει απ' το διαφαινόμενο (λόγω σεναρίου) ναυάγιο είναι η αναπαραγωγή της -όσο να 'ναι- πιασάρικης ατμόσφαιρας του καζίνο και του Λας Βέγκας, αλλά κι αυτά αποτυπώνονται με έναν σχεδόν διαφημιστικό τρόπο.

Ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά αν τελικά αναλάμβανε την σκηνοθεσία ο
Κevin Spacey όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Φαίνεται πως οι παραγωγοί φοβήθηκαν να παραδώσουν το success-succession story στις παλιομοδίτικες αισθητικές επιλογές του. (Αλήθεια, μιας και αναφερθήκαμε στην υφή της ιστορίας, μόνο στις Η.Π.Α. θα μπορούσε να γυριστεί ταινία με θετικό ήρωα έναν σχεδόν υπερόπτη νεαρό που προσπαθεί για τα πολλά και παίρνει τα ακόμα περισσότερα). Πάντως η τακτική της παραγωγού Sony και το νεανικό καστ απέδωσαν τα μάλα στο Β.Ο. Το 21 βρίσκεται στην κορυφή του τις δύο τελευταίες εβδομάδες και αυτό κάτι (δυσάρεστο) λέει.


Σάββατο 5 Απριλίου 2008

Buda as sharm foru rikht


Περίπτωση ανάλογη της Κωνσταντίνας Βούλγαρη είναι η Hana Makhmalbaf. Κόρη του διεθνώς αναγνωρισμένου Ιρανού σκηνοθέτη Mohsen Makhmalbaf πραγματοποιεί κι αυτή το ντεμπούτο της σε ηλικία μόλις 19 ετών. Ο τίτλος της αναφέρεται στην ανατίναξη του περίφημου αγάλματος του Βούδα από φανατικούς Ισλαμιστές στο Αφγανιστάν το 2001 και μ' αυτά τα πλάνα ανοίγει (και κλείνει) η ταινία.

Το γεγονός δεν σχετίζεται άμεσα με τη δράση του φιλμ (εξαιρούμε το ότι η μικρή πρωταγωνίστρια ζει στις σπηλιές του βουνού που βρίσκονται πέριξ του αγάλματος) αλλά ερμηνεύεται απ' την σκηνοθέτιδα ως μια ακόμη παράλογη ενέργεια θρησκευτικού φανατισμού απ' τη μεριά των Ταλιμπάν. Ξεκινώντας μ' αυτό λοιπόν αφηγείται λίγες ώρες απ' την ζωή της Bakhta μια μικρής Αφγανής που γοητευμένη απ' την ανάγνωση και τις αστείες ιστορίες που μαθαίνουν οι μαθητές αποφασίζει να ακολουθήσει τον φίλο της Abbas στο σχολείο. Αρχικά πρέπει να εξασφαλίσει τα απαραίτητα, ένα τετράδιο και ένα μολύβι. Όταν μετά από πολύ κόπο καταφέρνει να ανταλλάξει δυο φρέσκα αυγά με ένα τετράδιο και πηγαίνει στην τάξη έρχεται αντιμέτωπη με μια ομάδα αγοριών που παίζουν τους Ταλιμπάν. "Συλλαμβάνουν" μαθήτριες, βασανίζουν τον Abbas προσποιούνται ότι αντιμάχονται αμερικανικά βομβαρδιστικά...

Το να κάνεις ως Μωαμεθανός μια ταινία εναντίον των εξτρεμιστών του Αφγανιστάν, του Ιράκ και οποιασδήποτε άλλης ισλαμικής χώρας σαφώς δεν είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο, χρειάζεται τόλμη πόσω μάλλον όταν είσαι 19. Για να περάσει όμως ως δραματουργία στους δυτικούς (όπου αποφάσισε να κάνει καριέρα η Makhmalbaf) χρειάζεται και μια λιγότερο σχηματική αντιμετώπιση. Η θέση της δεν γίνεται ποτέ πολιτική και παραμένει στο επίπεδο της καταγραφής μιας απάνθρωπης καθημερινότητας (σχολείο, αγορά, παιδικά παιχνίδια) ενός λαού που ενώ προσπαθεί να εξασφαλίσει τα απαραίτητα έχει να αντιμετωπίσει τον φανατισμό των Ταλιμπάν και τις επιθέσεις των Αμερικάνων.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε πολλά παραπάνω από ένα τέτοιο ντεμπούτο. Η σκηνοθέτιδα είναι εκνευριστικά (με την καλή έννοια) μικρή και παρ' όλ' αυτά χειρίζεται την καταγραφή της άψογα, κινηματογραφώντας σε απόσταση αναπνοής την πορείας της γλυκύτατης πρωταγωνίστριάς της στα δύσβατα της περιοχής του αγάλματος. Με τα πρόσωπα των ανήλικων ηρώων και μια υποτυπώδη σκηνογραφία δημιουργεί απρόοπτα όμορφες εικόνες, όμορφα κάδρα σε απόλυτη αντίθεση με το σκληρό, λίθινο περιβάλλον. Σαφώς ανώτερο απ' το ανάλογο
Kite Runner του δυτικότροπου Marc Forster.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

In Bruges


Δύο Ιρλανδοί γκάνγκστερς ταξιδεύουν στη Μπριζ, υποτίθεται για να κρυφτούν. Ο νεότερος (Colin Farrell) έχει μόλις εκτελέσει έναν παπά και -κατά λάθος- ένα αγοράκι. O ικανότατος συνάδελφός του (τον υποδύεται ιδανικά ο Brendan Gleeson) καταλαβαίνει ότι δεν θα είναι ένα απλό ταξίδι αναψυχής ωστόσο περνάει την περισσότερη ώρα του χαζεύοντας τα αξιοθέατα της πόλης.

Το In Bruges είναι σχεδόν "ταξιδιωτικό" ή μάλλον, καλύτερα, είναι τουριστικό με την έννοια που έκανε το κλασσικό πια A Quiet Weekend in Capri τρομερά ενδιαφέρον. Το setting λειτουργεί παράλληλα και όχι συμπληρωματικά της δράσης. Δίνει στην ταινία την haute αισθητική της, μια αισθητική που Sexy Beast εξαιρουμένου σπανίζει στα βρετανικά γκανγκστερικά φιλμ (συνομοταξία με βαθιά παράδοση). Αυτός είναι μόνο ένας απ' τους παράγοντες που βοηθάει την ταινία να βάλει από κάτω κάθε Guy Ritchie και κάθε Matthew Vaughn ή κάθε... Essex Boys για παράδειγμα.

Ένας δεύτερος είναι οι εκπληκτικοί σε στιγμές διάλογοι που ισορροπούν εξαιρετικά μεταξύ pulp και ακραία κωμικού ύφους, όπως και το σενάριο που φέρει μεν τους αναπόφευκτους συναισθηματισμούς (μιλάμε για γκάνγκστερ που σκοτώνουνε παιδάκια) αλλά όπου πάει να ξεφύγει αποφορτίζεται αμέσως, τις περισσότερες φορές με μια ατάκα ("like Tottenham..."). Ένας τρίτος η γεμάτη υπαινιγμούς ατμοσφαιρική κινηματογράφιση του, ταλαντούχου απ' ότι φαίνεται, Martin McDonagh. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Ιρλανδός σκηνοθέτης επιμένει στις σκιές και στις παράδοξες γωνίες λήψεις, στο κυνηγητό του τέλους ακολουθεί τον Τρίτο Άνθρωπο, η αναμέτρηση στο καμπαναριό ακόμη και πριν τελεστεί φέρνει αυτόματα στο μυαλό τον Ξένο, ο McDonagh έχει noir παιδεία και δεν την κρύβει χωρίς να την καταχράται κιόλας. Χαρακτηριστικό ότι στην ταινία του, μια κωμική περιπέτεια και επουδενί ένα φιλμ νουάρ, εισβάλλει δις το Touch of Evil (το παρακολουθεί στην τηλεόραση ο Gleeson).

Μοναδικό της πρόβλημα είναι όταν η καρικατούρα του Ralph Fiennes προς το τέλος καταφθάνει στην πόλη για να εφαρμόσει έναν ανόητο ηθικό κώδικα, θύμα του οποίου θα πέσει τελικά και ο ίδιος. Ακόμη κι αυτό όμως θα το ξεπεράσετε στις 2-3 πρώτες ατάκες του, ίσως το ξαναθυμηθείτε στο κατάμαυρο αλλά και διφορούμενο και εξεζητημένο φινάλε εκεί όπου ένας εικαστικός αλά Bosch θάνατος ολοκληρώνει την Αποστολή στην Μπριζ, απλούστατα το καλύτερο crime που είδατε μέσα στο 2008. Ο ορισμός του απενοχοποιημένου fun, μια ταινία που ήρθε για να δώσει το φιλί της ζωής στο βρετανικό τουλάχιστον παρακλάδι του είδους. Μην το χάσετε για κανένα λόγο.

ΥΓ: Ασχετη παρατήρηση: Ασπαζόμαστε καταφανώς μια παράλογη σύμβαση που θέλει τους Ιρλανδούς, παρά τους πολυετείς αγώνες τους, Βρετανούς όπως οι Άγγλοι κι οι Σκωτσέζοι... Λάθος αλλά δεν βαριέσαι, δεν νομίζω να μας διαβάζει κανένας απ' τον IRA εδώ μέσα. Το φιλμ παρά την εθνικότητα του σκηνοθέτη του είναι βρετανοβελγική παραγωγή.

Valse Sentimentale


"Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που ζούνε με το τίποτα. Που δεν πιστεύουν σε τίποτα. Που δεν κάνουν τίποτα για ν’ αλλάξει η ζωή τους. Και δεν θέλουν ν’ αλλάξει τίποτα. Μια σχέση όπου τίποτα δεν συμβαίνει, που κανείς δεν λέει τίποτα, κανείς δεν κάνει τίποτα, και που όλα αλλάζουν χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα."

Η σύνοψη είναι χαρακτηριστική για τις προθέσεις της Κωνσταντίνας Βούλγαρη που απ' το "τίποτα" δημιουργεί μια απ' τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες της τρέχουσας σεζόν. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι (πολύ περισσότερο από έναν άντρα και μια γυναίκα) σε συναισθηματικό βαλσάκι, άκρως εξαρχειώτικο και τολμηρό, χαρακτηρισμοί που δικαιολογημένα ξενίζουν εώς και απωθούν αρκετούς.

Το σκηνοθετημένο "τίποτα" του Valse Sentimentale υιοθετεί μια επιθετική κινηματογραφική γραφή, επιτηδευμένα κακότεχνη, που απαιτεί μια κάποια εξοικείωση απ' την πλευρά του θεατή. Το ίδιο ισχύει για το θέμα της ταινίας και τους χαρακτήρες της. Αναφέρεται με απόλυτη ειλικρίνια σε μια σύγχρονη πραγματικότητα, σε παιδιά σαν τον Σταμάτη και την Ηλέκτρα που φοβούνται να ζήσουν τη σχέση τους με τους όρους που θέτουν οι υπόλοιποι, σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν την δεδομένη αλλαγή με αμηχανία. Πολλοί την παραβλέπουν ή την αγνοούν, άλλοι δεν την καταλαβαίνουν αφού οι αυτοκαταστροφικοί νέοι του φιλμ έχουν επιλέξει να ζουν στο -υποφωτισμένο- κοινωνικό περιθώριο. Ό,τι βλέπουμε είναι η μεταξύ τους αλληλεπίδραση σε έναν μικρόκοσμο που όλα πρέπει να μείνουν στάσιμα άλλα κάτι αναπάντεχο (κάτι σαν έρωτας) ανατρέπει επιτακτικά τους ρυθμούς.

Το περίεργο είναι ότι σε ένα τόσο εσωτερικό φιλμ, που σίγουρα γυρίζεται με σκοπό να παρουσιάσει μέρος της αλήθειας της σκηνοθέτιδας, το valse συνεχίζεται και πίσω απ' το φακό. Η Βούλγαρη είναι μεν ειλικρινέστατη και ξεπερνάει το δυσκολότερο σημείο της ταινίας, να πείσει δηλαδή για το υπαρκτό της κατάστασης, με χαρακτηριστική ευκολία. Απ' την άλλη υπάρχουν στιγμές που νομίζεις ότι την ίδια κατάσταση την χλευάζει. Τα ξεσπάσματα των ηρώων της είναι η ύστατη προσπάθειά τους να αμυνθούν, αγνοία κινδύνου, απέναντι σ' όσα επιβάλλει το κοινωνικό περίβλημα είτε αυτό είναι ο τρόπος που θα ερωτευτούν είτε το πως θα κινούνται τα αυτοκίνητα στα στενά ή ακόμη και μια παρατήρηση για το θόρυβο που προκαλεί το στερεοφωνικό τους. Κι όμως υπάρχει κάτι διαβολεμένα αναιρετικό στις στιγμές που η αμηχανία γίνεται οργή. (Ίσως επειδή η αλλαγή είναι αναπόφευκτη; Ίσως επειδή η Βούλγαρη πασχίζει να ξορκίσει αυτήν την αλήθεια...)

Όπως και να 'χει πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα πρώτη προσπάθεια. Αν και μηδαμινού υλικού κόστους, υποθέτω (ότι), το Valse Sentimentale κόστισε πάρα πολύ συναισθηματικά σ' όσους ασχολήθηκαν ή θα ασχοληθούν μ' αυτό. Γι΄ αυτό και (τηρουμένων των αναλογιών) οι δύο πρωταγωνιστές είναι εντυπωσιακοί, ειδικά ο Θάνος Σαμαράς που εφαρμόζει μια πολύ δύσκολη προσέγγιση στο ρόλο του αυτοκτονικού νέου και τελικά τα καταφέρνει περίφημα. Γι' αυτό σε κάποιες λίγες στιγμές που στο κάδρο υπάρχουν μόνο οι τρεις τους (ηθοποιοί και σκηνοθέτις, σίγουρα όχι ηλεκτρολόγος) η σιωπή τους μπορεί να σε τσακίσει.

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

Ερωτικά Μαθήματα για Επαναστατική Δράση


"Ένας δάσκαλος, ο Erωsa Nikate Mahan, Ελληνοβραζιλιανοαιγυπτιώτης την καταγωγήν, κάνει μαθήματα θεωρητικά και πρακτικά σε φοιτητές, αναλύει γιατί τη σημερινή εποχή αποτύχαν όλα τα πολιτικά συστήματα, και αποδεικνύει διά της “εις άτοπον απαγωγής” ότι όλες αυτές οι θεωρίες, όλα αυτά τα κατασκευάσματα είναι αντιερωτικά γιατί δεν περιλαμβάνουν τον ΕΡΩΤΑ, τη δημιουργό αιτία των πάντων, “το κινούν αίτιον του ΣύμΠΑΝτος” κατά τον Πλάτωνα"

Το ψηφιακό φιλμ του Νίκου Αλευρά εξετάζει τον έρωτα και την αγάπη ως ύψιστα ιδανικά, χωρίς καμιά προκατάληψη, με χιούμορ αλλά και με πάμπολλη φλυαρία. Στην πορεία ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής προσπερνάει ταμπού χιλιετιών και αναπτύσσει (ή τουλάχιστον αποπειράται) μια αρχαιοελληνικώς επηρεασμένη αλλά ολότελα δικιά του πανερωτική θεωρία. Αναλογιζόμενοι τώρα την κατά βάση πουριτανή κοινωνία που ζούμε, τόσο το θέμα όσο και ο εντελώς άναρχος τρόπος κινηματογράφισης κανονικά θα έπρεπε να συνιστούν ένα ρηξικέλευθο φιλμ με τον τρόπο ας πούμε που ποίησε κάποτε ένας Μακαβέγιεφ ή ένας Μπορόβτσικ, σε σαφώς μικρότερη κλίμακα. Επαναλαμβάνω αναφέρομαι στον τρόπο που αντιμετωπίζει τις προκαταλήψεις (κοινωνικές και κινηματογραφικές) και όχι στην ποιότητα του τελικού προϊόντος...

...Το οποίο πάσχει σε όλα τα επίπεδα και δικαιολογημένα. Διότι όταν ευαγγελίζεσαι διονυσιακές "τεχνικές" και φιλοσοφίες αναγκαστικά ξεπέφτεις στην αμπελοφιλοσοφία. Όταν λες ότι τα Ερωτικά Μαθήματα για Επαναστατική Δράση είναι ουσιαστικά μια ελευθεριακή απόπειρα ποιητικού κινηματογράφου και αντ' αυτού δασκαλίζεις επί μιάμιση-δυο ώρες τότε δεν αποζητάς ευερέθιστο κοινό αλλά στερημένα μαθητούδια. Αν πάλι, πράγμα που υποψιάζομαι, δεν σε ενδιαφέρει η αποδοχή και μπαμπαλίζεις επειδή αγαπάς του ΠΑΝτες και τα ΠΑΝτα, τότε ερωτικά μιλώντας, ποιείς αυνανισμό. Στην περίπτωση δε που σολάρεις, χορεύοντας και τραγουδώντας, σε μια παραλία, μπροστά σε μία κάμερα, άνευ λόγου και αιτίας τότε δυστυχώς μιλάμε για μαλακία ολκής.

Η ταινία του Αλευρά δεν απέχει πολύ απ' το τελευταίο... Υπάρχει λόγος και σκοπός, υπάρχει θέση και ανατρεπτική διάθεση, λείπουν όλα τα υπόλοιπα. Όχι αυτά που θα συνιστούσαν ταινία, αυτά ξεχάστε τα. Λείπει μια ποιοτική διεργασία για να οδηγηθεί ο θεατής στο ξεχειλωμένο συμπέρασμα και την επαναστατική δράση.