Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Behind" the Scenes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Behind" the Scenes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Μαΐου 2007

"Behind" the Scenes: Sztuka Spadania


Το "Behind" the Scenes αυτού του μήνα (ω ναι, γινόμαστε επίσημα μηνιαίοι) ξεπηδά από μια εξαιρετική μικρού μήκους ταινία αλλά και τη στράτευση του nonickname που απ' ότι μαθαίνουμε τα πάει αρκετά καλά με το τουφέκι του σκοράροντας την τρίτη καλύτερη επίδοση σε ευστοχία στο τάγμα του (δεν έχω και το κατάλληλο emoticon). To Sztuka spadaniaFallen Art - το διεθνές του όνομα) αποτέλεσε μια απ' τις κορυφαίες στιγμές του animation των τελευταίων χρόνων και χάρισε στον δημιουργό του, τον Πολωνό Tomek Baginski, περίσσια φήμη, τόση που ούτε η υποψηφιότητά του στα Oscars του 2002 δεν είχε καταφέρει να του προσδώσει. Το μίνι αυτό αριστούργημα έφτασε να βραβευτεί στα BAFTA (Best Short Animation Award) ενώ αναμένεται να οδηγήσει σε μια σειρά από ανάλογες ταινίες με την υπογραφή των Platige Image Studios. Για να ξεκινήσουμε και με την κάτι-σαν-ανάλυση που θα επιχειρήσουμε να πω ότι όποιος δεν έχει δει το Fallen Art αφενός μπορεί να το παραγγείλει απ' το επίσημο site του ή αν είστε τσίπηδες μπορείτε να το βρείτε ---εδώ--- (σε όχι τέλεια ποιότητα - και πάλι χρειάζεστε μια γρήγορη σύνδεση - όπως και να 'χει αν σας αρέσει παραγγείλετε το). (ή αλλιώς

Το Sztuka spadania εξελίσσεται σε μια στρατιωτική βάση και εδώ έρχεται η πρώτη παρεξήγηση από πλευράς του κοινού. Η ταινία δεν είναι αντιπολεμική, είναι αντιστρατευτική. Θα επανέλθουμε σ' αυτό παρακάτω. Ένας average στρατιώτης παρασημοφορείται και δέχεται θανατηφόρα σπρωξιά από ανώτερό του που τον ωθεί στο κενό. Αφού πέσει από αρκετά μεγάλο ύψος, ξεψυχά στο έδαφος και τότε ένας μυστήριος τύπος (κορακοειδής) τον φωτογραφίζει και ένας άλλος στρατιώτης πηγαίνει την polaroid φωτογραφία σε έναν άλλο αξιωματικό που με βάση τη στάση του νεκρού στρατιώτη στήνει μια ολόκληρη χορογραφία. Υποτίθεται πως ξεκίνησα να σας μιλήσω γι' αυτήν την τελευταία σκηνή με το χορό αλλά η φύση του Fallen Art είναι τέτοια που θα με κάνει να αναφερθώ και στα 5 λεπτά του.

Ας μιλήσουμε για τη χώρα μας που την έχουμε και πρόχειρη. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που κάποιος δεν θέλει να πάει στρατό και σε όλους έχει δίκιο. Ως επι τω πλείστον οι στρατολογούμενοι είναι νέοι που χάνουν ένα χρόνο απ' οτιδήποτε κάνουν. Ένα χρόνο καριέρας, έν χρόνο σπουδών, ένα χρόνο δουλειάς, ένα χρόνο καθισιό, οτιδήποτε. Τα έχετε ξανακούσει και έχετε ξανακούσει και τον αντίλογο που λέει είναι υποχρέωση, πρέπει να το σκέφτεσαι απ' την αρχή σαν καθήκον κτλ. κτλ. Υπάρχει βέβαια και η αρχαιότερη εκδοχή που λέει ότι στο στρατό ο άνδρας σκληραγωγείται και γίνεται "άνθρωπος", γίνεται σωστός πολίτης (εξ ου και το καλός πολίτης) και άλλα τραγελαφικά . Ευτυχώς η ελληνική κοινωνία, πέραν της γραφικής και επικίνδυνης μειοψηφίας, τα έχει ξεπεράσει αυτά, άλλωστε την τελευταία φορά που άκουσα ότι κάποιος έγινε κάτι στο στρατό ήταν βιαστής 20 ανήλικων αγοριών.

Πάντα θα υπάρχει και το εθνκό παραμύθι περί εχθρών του έθνους και αγάπης για την πατρίδα. Ο νέος πρέπει να καταταγεί στο στρατό για να μάθει να πολεμάει τους "ορατούς και αόρατους" εχθρούς της Ελλάδας. Πλέον μιλάμε για το θεμέλιο λίθο του παραλογισμού που ονομάζεται στράτευση οπότε εύκολα θα το ξεπεράσουμε κι αυτό. Όσο υπάρχει εθνικό φρόνημα στο μυαλό μερικών θα υπάρχουν και επίμονοι εχθροί απ' όλες τις πάντες, κι έτσι ο στρατός γι' αυτούς δικαιολογείται απόλυτα άρα και συνεχίζει να υπάρχει εις βάρος της πλειοψηφίας των φαντάρων (υπάρχουν κι οι στρατόκαυλοι). Για τα δικά τους μέτρα καταρρίπτεται και αυτό το επιχείρημα κι ας ξέρουμε ότι πόλεμο δεν είναι γραπτό να δούμε (παρά μόνο παγκόσμιο - χτύπα ξύλο), που στην τελική και να δούμε πάλι αυτοί θα φταίνε...

Το Sztuka spadania δεν ασχολείται με τίποτα απ' τα παραπάνω (παρά είναι σαθρά άλλωστε) όπως επίσης δεν ασχολείται και με την ελληνική πραγματικότητα. Στην ταινία περιγράφεται με γλαφυρό animation τρόπο το ισχυρότερο αντιστρατευτικό επιχείρημα που μπορεί να υπάρξει (και συγχωρέστε με από 'δω και κάτω η διαλεκτική μου πάει περίπατο). Στον στρατό γίνεσαι θέλοντας και μη υποτελής στις διαταγές του οποιουδήποτε ανώτερου και θύμα μιας παράλογης εξουσίας. Υποτελής σε κάποιον που ούτε επιλέγεις ούτε τις ορέξεις του έχεις ούτε τις αγωνίες του μοιράζεσαι. Και καλά αν αυτές οι αγωνίες εξαντλούνται στο να μπει ο μισθός στο τέλος του μήνα και να βγούμε επιτέλους στην παχυλή σύνταξη. Αν ξεπερνούν τα όρια και φτάσουμε σε ακρότητες όπως αυτές της ταινίας; Δεν μιλάω φυσικά για φόνους μιλάω για άλλου είδους περιστατικά, τα οποία είναι φυσικά σωματικώς ανώδυνα αλλά όπως και να 'χει ο στρατευμένος δεν φταίει σε τίποτα για να τα δοκιμάζει. Ο αξιωματικός δεν έχει επιλογή... Εκπαιδεύεται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και με βάση αυτό εκπαιδεύει κι αυτός. Ο αστυνομικός το ίδιο άμα σε εκπαιδεύουνε να γράφεις κλήσεις και να ζητάς ταυτότητες κάποια στιγμή που θα καταλάβεις ότι δεν γεννήθηκαν όλοι παράνομοι θα αρχίσεις να ψάχνεις την παράβαση με το μεγεθυντικό ανά χείρας. Αυτό επεκτείνεται παντού: ο σκηνοθέτης για παράδειγμα που του έχουν φάει το συκώτι με τη σπουδαιότητα του contrechamp θα βγει και τα θα τα γυρίσει όλα αντίθετα. Μόνο που ο σκηνοθέτης μας θα έχει μια προκατασκευασμένη εξουσία σε πλάνα όχι σε ανθρώπους όπως θα έχει ο στρατιωτικός.

Κι από 'δω και πέρα μιλάει η ταινία... Ο απλός οπλίτης (άσχημη παρήχηση αυτή) ειρωνικά κερδίζει ένα μετάλλιο τιμής και στη συνέχεια πεθαίνει. Θάνατος διά της ελεύθερης πτώσης στην οθόνη, πνευματικός διά του ηθικού υποβιβασμού στην πραγματικότητα. Ο φωτογράφος πανταχού παρόντας στους τόπους που πεθαίνουν στρατιώτες (μοναδική ίσως αναγωγή στο πόλεμο που γίνεται στην ταινία - γι' αυτό ίσως και η παρεξήγηση που λέγαμε στην αρχή) απαθανατίζει την σκηνή, δεν είναι τυχαία η λέξη απαθανατίζω, και στέλνει με το τσιράκι του την φωτογραφία στον αξιωματικό. Εντός ολίγου το πτώμα θα αρχίσει να χορεύει στο ρυθμό που του επιβάλλει ο ανώτερός του, όχι φυσικά "ζωντανά" αλλά σε μία οθόνη όπου αποτυπώνεται η συνέχεια των καρέ που απαρτίζουν τη χορογραφία. Ο μόνος που είναι εκεί για να χορέψει μαζί του είναι ο τερατώδης αξιωματικός, ποτέ δεν θα διασκεδάσει μ' αυτόν τον θάνατο (μ' αυτήν την ηθική κατάπτωση αν προτιμάτε) κανένας άλλος. Οι μόνοι που θα γνωρίζουν θα είναι οι στρατιωτικοί και τα κοράκια και όλοι τους θα είναι εκεί για να διαιωνίσουν την κατάσταση αναμένοντας το επόμενο σινιάλο που θα τους γίνει, το επόμενο απλό σήκωμα του χεριού, τον επόμενο φαντάρο που θα χορέψει για πάρτη τους.

Εδώ πια τι να συμπληρώσω... Τα είπε όλα ο Baginski, o οποίος αφιερώνει ύπουλα αυτήν την ταινία "σε κάποιους φίλους του που τους άρεσε ο στρατός". Και τα είπε και σε χρόνο ρεκόρ! Άλλωστε μερικά πράγματα είναι τόσο παράλογα και ταυτόχρονα τόσο προφανή που αρκούν 5 λεπτά για να τα κριτικάρεις με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Ευτυχώς η πολιτισμένη δύση έχει αρχίσει σταδιακά να καταργεί τις θητείες, αν και η άποψη του σκηνοθέτη δεν αναφέρεται μόνο σε αυτές αλλά στη στράτευση εν γένει, είτε αυτή είναι καταναγκαστική είτε εθελοντική. Η Ελλάδα και η Πολωνία απ' όπου κατάγεται ο Baginski είναι από τις ευρωπαϊκές χώρες οπού υπάρχει ακόμη η υποχρεωτική στράτευση και το θέμα του Fallen Art όσο να 'ναι μας αφορά περισσότερο, (αν και για τους Πολωνούς υπάρχει ήδη σχέδιο η θητεία να έχει καταργηθεί μέχρι το 2012. Άντε και στα δικά μας.)

Αποτυχία το σημερινό άρθρο, για "Behind" το ξεκινήσαμε κάτι άλλο μας βγήκε...

Υ.Γ.: Ζητώ συγγνώμη για τις όποιες ασυνέχειες καθώς το κείμενο ολοκληρώθηκε με μια μεγααααλη παύση να μεσολαβεί και κατέληξε σε ένα εντελώς διαφορετικό μέσο απ' αυτό που προοριζόταν αρχικά.

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2007

"Behind" the Scenes: Delicatessen


Ζητώ συγγνώμη για τη μακρά απουσία στους ελάχιστους που έχουν διαβάσει τα προηγούμενα κείμενα αλλά όπως είχαμε υποσχεθεί επιστρέφουμε με τη "σκηνή-μουσικό πανδαιμόνιο". Έχει μεσολαβήσει ένα μυοχαλαρωτικό καλοκαίρι και μισή εξεταστική (απ' τις δύο του Σεπτεμβρίου), οπότε λάβετε το τρίτο ουσιαστικά μέρος της σειράς σαν προθέρμανση για τη φετινή χρονιά στο Movies Cult. (Ντεφορμέ ο παίκτης με άλλα λόγια...)

Το μακρινό 1991 ο Jean-Pierre Jeunet (σε συνεργασία με τον Marc Caro) παρουσίασε στο ευρύ κοινό την πολύ ιδιαίτερη δημιουργία του Delicatessen. Το μακρινό ξαναλέγω '91 βρισκόμαστε αρκετά χρόνια πριν την ασφυκτική αισιοδοξία της Amelie Poulain και την όποια διαβρωτική επιτυχία προσέφερε στον σκηνοθέτη της. Στο ακόμη πιο μακρινό μέλλον στο οποίο τοποθετείται το Delicatessen τα πράγματα αντιθέτως δεν είναι καθόλου ευοίωνα. Βρισκόμαστε σε μια παλιομοδίτικη κι απομονωμένη πολυκατοικία που στο ισόγειό της λειτουργεί ένα χασάπικο κι εκεί καταφθάνει ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ένας πρώην κλόουν, ψάχνοντας στέγη κι εργασία. Στο απαισιόδοξο σύμπαν της ταινίας κουμάντο κάνει ο χασάπης, ιδιοκτήτης ολόκληρου του κτιρίου και αποκλειστικός προμηθευτής των ενοίκων του σε φρεσκότατη και λαχταριστή ανθρώπινη σάρκα. Για όσους δεν έχουν δει την ταινία απλά να αναφέρω ότι οι ήρωες της ζουν σε μια χαοτική εποχή που το κρέας έχει εκλείψει απ' την δίαιτα των ανθρώπων οπότε ένα κομματάκι ανθρώπινο μπούτι μοιάζει κάτι παραπάνω απ' αυτό που ορίζουμε σήμερα γκουρμέ... Τα θύματα του χασάπη είναι είτε οι κακοί του ένοικοι που αργούν να του πληρώσουν το νοίκι (ακόμη και με κάποια ποσότητα από όσπρια) αλλά κυρίως αυτοί που απαντούν στις αγγελίες για προσφορά εργασίας, οι οποίοι αφού πρώτα κάνουν όλες τις αγγαροδουλειές τις πολυκατοικίας καταλήγουν να τεμαχίζονται από ένα γυαλιστερό μπαλτά.

Αφού τελειώσαμε με τη βασική σεναριακή ιδέα πάμε και στα ενδότερα (ένα τέταρτο απ' την έναρξη, για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους)... Ο πρωταγωνιστής μας λοιπόν (τον κλόουν ερμηνεύει ο Dominique Pinon - εκπληκτική φυσιογνωμία) με το που φτάνει αρχίζει να δουλεύει σκληρά χρησιμοποιώντας τις ζογκλερικές ικανότητες του για να τα βγάλει πέρα αλλά και για να κερδίσει την συμπάθεια των ενοίκων. Η ζωή των ιδιόρρυθμων κατοίκων της πολυκατοικίας κυλά σχετικά ήρεμα και φτάνουμε στη στιγμή που ο χασάπης σαν άνθρωπος κι αφέντης που είναι αποφασίζει ότι θέλει να συνουσιαστεί. Έχει διαλέξει φυσικά την πιο όμορφη (θα μπορούσε να έχει όποιον γουστάρει) για του ικανοποιήσει αυτή του την ανάγκη. Την ίδια ώρα η κόρη του εξασκείται στο βιολοντσέλο με τη βοήθεια μετρονόμου, μια νοικοκυρά έχει βγει και τινάζει ένα χαλί, δύο αδέρφια προσπαθούν να φτιάξουν τσίγκινα τρύπια τενεκεδάκια στην περίεργη βιοτεχνία τους, ένας άλλος προσπαθεί να φουσκώσει μια σαμπρέλα με την μητέρα του δίπλα να πλέκει ενώ ο πρωταγωνιστής έχει ανέβει σε μια σκάλα και με ένα επιδέξιο ακροβατικό προσπαθεί να βάψει ένα ταβάνι. Γενικότερα οι τριγύρω προσπαθούν να εκτελέσουν καθημερινά καθήκοντα ή ασχολούνται με τα ευγενή χόμπι τους... Και αρχίζει το σεξ... Όσο πιο έντονα κουνιέται ο χασάπης τόσο πιο γρήγορα ενεργούν κι οι πέριξ... Όσο πιο γρήγορα πάλλονται οι σούστες στο κρεβάτι τόσο πιο γρήγορα τινάζεται το χαλί, κουνιέται το δοξάρι και η βούρτσα, το έμβολο της τρόμπας, οι βελόνες πλεξίματος και το διαπασών. Και ο συνουσιαζόμενος όλο και φορτσάρει και δώσ' του οι σούστες και δώσ' του και οι πέριξ! Ώσπου στην κορύφωση κι ενώ όλοι έχουν πάρει φωτιά η συνουσία ολοκληρώνεται θριαμβευτικά, η χορδή στο βιολοντσέλο σπάει, ο κλόουν γκρεμοτσακίζεται και η σαμπρέλα σκάει...

Αισθητικά έχουμε να κάνουμε με μια άψογη σκηνή (όπως συμβαίνει και με ολόκληρη την ταινία). Τα διαδοχικά πλάνα απ' τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, σπριντάρουν μαζί με την ιερή πράξη και απ' τους φυσικούς ήχους τους προκύπτει ένα σπάνιας ποιότητας ρυθμικό, όπως ονομάζεται, μοντάζ και μια μουσικότατη ηχητική σύνθεση. Για όσους δεν θυμούνται ή δεν έχουν δει τη σκηνή να πω ότι είναι κάτι ανάλογο με τις εμβόλιμες κατά ψευδαίσθηση μουσικές σκηνές στις πιο πρόσφατες ταινίες του Kitano (κινηματογραφικά μιλώντας) ή με τα pioneering μιξάζ που έγιναν το ηχητικό background για πολλά μικρά αριστουργήματα του David Byrne (μουσικά μιλώντας).

Πάμε για μια ακόμη φορά στα ενδότερα... Δεν θα σταθούμε στα προφανή. Στην ταινία οι χαφιέδες και ο αφέντης προσπαθούν να ξεπαστρέψουν τον πρωταγωνιστή που τελικά θα σωθεί απ' τους υποχθόνιους "επαναστάτες" που πιστεύουν ότι το φαΐ είναι μόνο για να τρώγεται κι όχι για να πλουτίζουν κάποιοι. Ο χασάπης κάνει ότι του καπνίσει με την ανοχή των καταπιεζόμενων ενοίκων που στο τέλος τους βλέπουμε να γουστάρουν κιόλας... Αλλά αυτά είναι όλα εξόφθαλμα. Γι' αυτό προτιμήσαμε την εκπληκτική αυτή σκηνή στην αναφορά μας στο (εκπληκτικό) Delicatessen που ουσιαστικά συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω σε ένα ζωηρό πακέτο με ειρωνικό περιτύλιγμα... Το ότι η μικρο-κοινωνική κατάσταση που περιγράφει το φιλμ έχει σύγχρονη εφαρμογή φαντάζομαι δεν χρειάζεται να σας το πω εγώ, ούτε τα γεγονότα που την εμπνέουν. Σαν γνήσιος κι ελεύθερα σκεπτόμενος Γάλλος λοιπόν ο Jeunet αφενός δεν ανέχεται να τον πηδάνε (συγχωρέστε με για το αγοραίο της έκφρασης) οι "όποιοι" χασάπηδες λυμαίνονται τις φοβισμένες και εύπλαστες κοινωνίες. Πέρα απ' αυτό όμως φαίνεται ότι σιχαίνεται να βλέπει και τους άλλους να λειτουργούν στο ρυθμό που τους επιβάλλει ο κοινωνικός βιαστής τους! Μια τέτοια κατάσταση περιγράφει η εν λόγω σκηνή. Καταλαβαίνω ότι σχεδόν ο οποιοσδήποτε μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα έχει κάποιον πάνω απ' το κεφάλι του, αλλά δεν θεωρείτε ότι είναι ολίγον τι φρικτό υποσυνείδητα, όπως οι ήρωες τις ταινίας, οι μάζες να δρουν στους ρυθμούς που τους επιτάσσονται απ' τους επιτήδειους; Δεν είναι τραγικό να έχει περάσει στον σημερινό άνθρωπο (που έχει περάσει) το "εγώ θα σε πηδάω (είπαμε συγγνώμη) κι εσύ θα μου κουνιέσαι"; Παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω άπειρα. Εκλογές έχουμε και οι μικροπολιτικές τακτικές είναι ένα απ' τα πιο χαρακτηριστικά. Τα φτηνά εργατικά χέρια των μεταναστών ένα δεύτερο. Το κακό είναι ότι πέρα απ' αυτά που έρχονται πρώτα στο μυαλό, αν συνεχίσει να το σκέφτεται κανείς το πράγμα διαπιστώνει (ελπίζω έντρομος) ότι το παραπάνω δόγμα έχει περάσει σε όλο το κοινωνικό φάσμα, απ' τη φορολογία και τις τιμές των χιλιοδιαφημιζόμενων προϊόντων supermarket μέχρι τον καταναγκαστικό εθελοντισμό. Η πλύση εγκεφάλου που φρόντισαν να μας κάνουν με τη γέννεση όλων των εις -κρατία καθεστώτων μας έχει οδηγήσει στο θλιβερό αυτό σημείο. Και μπράβο στο Jeunet που το σημειώνει με αυτόν τον τόσο κομψό τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι όποιος άλλος προσπάθησε να το κάνει κατέντησε σκωπτικός (πάλι "αυτοί" φταίνε).

Υ.Γ.: Λυπάμαι τον κακομοίρη που θα διορθώσει τα ορθογραφικά μου...

(The Movies Cult 03-10-06)

"Behind" the Scenes: Mike Bassett - An England Manager


...Ή αλλιώς 'Behind' the Scenes: Mundial Edition! Τώρα που επιτέλους τέλειωσε το Παγκοσμίο Κύπελλο βρίσκω κι εγώ την ευκαιρία να postάρω το τρίτο άρθρο της σειράς... Αν και όχι καθαρά ποδοσφαιρικό σήμερα το θέμα μας, προκύπτει από μια 1 ταινία με πρωταγωνιστές έναν παραδοσιακό προπονητή και την εθνική ομάδα της Αγγλίας. Ο Mike Bassett είναι ένας άνθρωπος παθιασμένος, όχι μόνο με την μπάλα, αλλά γενικότερα. Από συμπτώσεις βρίσκεται στο τιμόνι της εθνικής ομάδας που θα εκπροσωπήσει την Αγγλία στο mundial. Με τα όσα ευτράπελα συμβαίνουν απ' τη στιγμή εκείνη και μετά δεν θα ασχοληθούμε προς το παρόν. Αν θέλετε να τα μάθετε δείτε την ταινία όσοι δεν το έχετε ήδη κάνει. Θα γελάσετε τουλάχιστον...

Η σκηνή που μας απασχολεί σήμερα αποτελεί και την κορύφωση της ταινίας. Η ομάδα του Bassett αγωνίζεται με την Αργεντινή κι όποια απ' τις δύο κερδίσει περνάει απ' τον όμιλο στη φάση των 16. Εκεί γίνεται το απίστευτο... Λίγα λεπτά πριν τη λήξη ο Tonka (μορφή - κινηματογραφικό ανάλογο του ημίθεου Gascoigne) πετυχαίνει και τα δύο goal του Maradona: αρχικά ξεχύνεται από δεξιά κι αφού περνάει όλη την αργεντίνικη άμυνα πλασάρει δυστυχώς στο δοκάρι. Στην επαναφορά της μπάλας όμως αντί να πιάσει κεφαλιά σπρώχνει την μπάλα καταφανέστατα με το χέρι προς το τέρμα. Το γκολ μετράει, οι Άγγλοι πανηγυρίζουν έξαλλα (δείτε τις φωτό) και πλέον μπορούν να εκδηλώσουν την υπέρμετρη εθνική περηφάνια που φτάνει στο ζενίθ της μετά την νίκη επί του μισητού αντιπάλου.

Ένας αγώνας Αγγλίας - Αργεντινής έχει πάντα και πολιτικό υπόβαθρο που πηγάζει απ' τις γνωστές ιστορίες με τον πόλεμο για τα Falkland. Κι όταν οι δύο ομάδες αναμετρούνταν το 1986 όλα ήταν ακόμη νωπά. Ο knock-out αγώνας μεταξύ τους πέρασε στην ιστορία σαν κάτι παραπάνω από ένα κρίσιμο ματς. Πολιτικό υπόβαθρο έχουν και τα ματς ΗΠΑ - Ιράν που είδαμε 4 χρόνια πριν, τα Rangers - Celtic, τα Real - Barcelona, τα Γερμανία εναντίων όλων των μεγάλων κεντροευρωπαίων (:p). Γενικότερα το ποδόσφαιρο έχει πολεμικές δομές, πολεμική αφετηρία. Στρατιώτες, καμικάζι, σαμποτέρ, στρατηγοί απ' όλα. Και εννοείται ότι έχει με το πέρας της "μάχης" και ταπεινωμένους. Μια νίκη ή μια ήττα σε ένα κρίσιμο ματς μπορεί να φέρει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε (υποανάπτυκτες κυρίως) κοινωνίες. Στην Ελλάδα αυτό εκφράζεται με επεισόδια που απειλούν να βουλιάξουν πλεούμενα, στην Αγγλία με μαχαιριές, στην Βραζιλία με αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό, μέχρι και το ακραίο παράδειγμα του 1969 που Ονδούρες και Ελ Σαλβαντόρ μετά το τέλος του μπαράζ προέβησαν σε πολεμική σύρραξη (όχι επειδή δεν μπορούσαν να αντέξουν το αποτέλεσμα προφανώς - μάλλον για το θέαμα που προσέφεραν οι δύο ομάδες έγινε όλο το κακό :p).

Είναι προφανές λοιπόν ότι το πιο αγαπημένο σπορ των φιλάθλων, είτε είναι λαουτζίκος είτε ο Πρίγκηπας του Μονακό, έχει μια σπάνια κοινωνική δυναμική. Υπήρξαν επαναστατικά ρεύματα, μεταρρυθμίσεις, ιστορίες, λίγες όμως κατάφεραν να έχουν την επιρροή που ασκεί το διόλου ευγενές άθλημα στην πλειοψηφία των μαζών. Πολύ ορθή η άποψη ότι το ποδόσφαιρο εκμεταλλεύτηκαν τα διάφορα δικτατορικά καθεστώτα για να ρίξουν το βλέμμα της ανήσυχης κοινής γνώμη μακριά απ' τις αντιδημοκρατικές ενέργειές των. Κι εδώ έχουμε παραδείγματα όπως τον Παναθηναϊκό της "επταετίας" (μακράν η πιο δεξιά ομάδα στην Ελλάδα, σε όλα τους οι κερατάδες) και την Αργεντινή πάλι στο μουντιάλ που διοργάνωσε.

Πρέπει να λάβουμε όμως και υπ' όψιν μας το πόσο άμεσο και απτό είναι το ποδοσφαιρικό θέαμα και η ποδοσφαιρική πραγματικότητα σ' αυτόν που παρακολουθεί τα πράγματα... Η σύγκριση μεταξύ ποδοσφαίρου και θρησκείας, όπως προέκυψε και απ' την παράφραση της μαρξιστικής ρήσης περί παραισθησιογόνων ουσιών, είναι πέρα για πέρα άδικη... Όσο ισχυρότερος κι αν είναι ο θεσμός "θρησκεία" άλλο τόσο μακρινός κι άφαντος θα είναι κι ο εκάστοτε Θεός. Σκεφτείτε αφού τόσοι άνθρωποι ανά τους αιώνας διακήρυτταν την ανωτερότητα του ανύπαρκτου Θεού τους (δεν μπορεί όλοι αυτοί να ήταν υπαρκτοί όλο και κάποιος θα είχε άδικο ;), πόσοι μπορούν να αγωνιστούν και να παλέψουν για τους απόλυτα αληθινούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους και τις εθνικές ομάδες. Και τώρα που είπα εθνικές ομάδες, άλλο τροπάριο κι αυτό. Ο ρατσισμός όλου του κόσμου μπορεί να χωρέσει σε ένα διεθνή αγώνα! Φτάσαμε στο σημείο οι Γάλλοι ακροδεξιοί να αποδοκιμάζουν τους παίχτες της εθνικής τους στον τελικό επειδή δεν ήταν γηγενείς..!

Τέλος πάντων ας τα αφήσουμε αυτά, τα πέραν της θεωρίας είναι λίγο πολύ γνωστά στους φίλους του αθλήματος. Ας επιστρέψουμε στην αφετηρία... O Mike Bassett βιώνει το απίστευτο αυτό goal του Tonka με μια παρ' ολίγον καρδιακή προσβολή. Μαζί του ο Άγγλος σκηνοθέτης εκδικείται τους Αργεντίνους έστω και με φιφτίχ τρόπο. Και ο άνθρωπος το νιώθει, το 'χει πως το λένε... Έναν αμυντικό των αντιπάλων μάλιστα τον έχει ονομάσει Bastardo..! Ο διάσημος βρετανικός σωβινισμός, κατάλοιπο του βλαχο-σαξονικού που κυβερνά τον κόσμο, σε όλο του το μεγαλείο. Ολόκληρος κινηματογραφημένος σαν κανονική περιγραφή αγώνα με τα replay του και τους πανηγυρισμούς, αλλά πάντα με τη μία κάμερα στον πιο λογικό άνθρωπο μέσα σ' αυτή την θεοπάλαβη και πρωτότυπη κωμωδία τον αγαπημένο μας προπονητή. Πριν τον αγώνα βέβαια ο Steve Barron έχει φροντίσει να φτιάξει κλίμα αρχικά με τον γελοιοδέστατο αποκλεισμό της Σκοτίας (είπαμε καταντά σωβινισμός αυτό το πράγμα) και με μια αναδρομή στα (πραγματικά) παλιότερα παιχνίδια μεταξύ των δύο ομάδων - είναι όλα εδώ το goal του Owen, η κόκκινη του Beckham, ο Crespo και φυσικά ο Diego.

Φυσικά υπήρξαν πάμπολλες ταινίες που ασχολήθηκαν με το προσφιλές αυτό θέμα (η πιο πρόσφατη κι αξιόλογη που μου έρχεται στο μυαλό είναι το Football Factory για να μην φτάσουμε σε ακρότητες του τύπου O Airbud πάει στο μουντιάλ). Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες προέρχονται κι από τη χώρα που έφτιαξε το σπορ κι ο σκηνοθέτης του Bassett ίσως περισσότερο απ' την κάθε μία κατάφερε να δείξει τι είναι συνολικά το ποδόσφαιρο για τον μέσο Άγγλο φίλαθλο. Και μ' αυτή τη σκηνή καταφέρνει να βγάλει κι ένα μέρος απ' την παρανοϊκή παραφιλολογία που κατατρέχει ένα θεσμό που κάποιοι θέλουν να τον χαλάσουν και να τον κάνουν "γιορτή". Τα συμφέροντα που διακυβεύονται σε κάθε διοργάνωση είναι πάρα πολύ μεγάλα για να "εκφυλιστεί" η μπάλα σε ένα απλό και διασκεδαστικό παιχνίδι. Και η εθνική περηφάνια είναι ένα απ' αυτά. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η Αργεντινή γίνεται το πρώτο θύμα της Αγγλίας στο mundial (X με Αίγυπτο και ήττα 4-0 απ' το Μεξικό αν έχετε το Θεό σας)... Το καλό στην προκειμένη περίπτωση με το σινεμά είναι ότι μπορείς να ξαναγράψεις την ιστορία όπως θες εσύ...

Αυτά προς το παρόν, λίγο συμπυκνωμένα και λίγο μπερδεμένα τα πράγματα για μια παμπόνηρη σκηνή. Επανερχόμαστε το δυνατόν συντομότερα με μια ιστορική σεκάνς - μουσικό πανδαιμόνιο απ' το Delicatessen των Jeunet και Caro...

(The Movies Cult 14-07-06)

"Behind" the Scenes: Fight Club


"Behind" the Scenes μέρος δεύτερο με μια σκηνή από μια ταινία που εκτίμησε η μεγαλύτερη μερίδα του κινηματογραφικού κοινού, είτε αυτή προέρχεται από τους υποψιασμένους σινεφίλ είτε απ' τον ψυχαγωγούμενο μέσο όρο. Το Fight Club είναι γεμάτο από σκηνές που χρίζουν ανάλυσης αλλά, παραδόξως, αυτή που θα μας απασχολήσει βρίσκεται στην αρχή της ταινίας, πριν καν εμφανιστεί κανονικά ο θρυλικός πια Tyler Durden. Πρόκειται για τη σεκάνς στην οποία βλέπουμε τον εξαιρετικό πρωταγωνιστή Edward Norton, να επιπλώνει το σπίτι του παραγγέλνοντας λίγο πολύ ολόκληρες σελίδες από τον τιμοκατάλογο των IKEA (εντελώς τυχαία οι Αμερικάνοι το προφέρουν "οικία", ενώ εμείς το λέμε "ικέα"...).

Ο μύθος θέλει τα έπιπλα των ΙΚΕΑ να είναι τόσο φτηνά επειδή τα κατασκευάζουν οι φυλακισμένοι στις σουηδικές φυλακές (αυτό και να συνέβαινε φαντάζομαι ότι πλέον δεν ισχύει). Λέγεται επίσης ότι ο ιδιοκτήτης της, παγκόσμιας πια, αλυσίδας καταστημάτων,o κος Ingvar Kamprad, είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου, ξεπερνώντας τον Bill "Microsoft" Gates. Στην πορεία του για την κορυφή θεωρείται ότι καταπάτησε ηθικές και πολιτισμικές αξίες, αφού μέχρι και ανάμειξη με τους ναζί του έχει αποδοθεί, ξέχωρα απ' τα ιστορικά κτίρια που έγιναν parking στα γιγαντιαία καταστήματά του. Ο κύριος Kamprad λοιπόν έζησε το απόλυτο καπιταλιστικό όνειρο, ξεκίνησε απ' το τίποτα κι έφτασε στην κορυφή.

Ο Edward Norton στην αρχή της ταινίας ζει κι αυτός το δικό του καταναλωτικό παραμύθι (ο καταναλωτισμός έννοια άμεσα συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό). Η σκηνή που εξετάζουμε είναι ένα ψηφιακά επεξεργασμένο πλάνο που δείχνει το κάθε έπιπλο στο μικροαστικό σπίτι του πρωταγωνιστή με την περιγραφή και την τιμή του στον κατάλογο των IKEA. Ουσιαστικά αποτυπώνεται ο τρόπος που σκέφτεται ο ανεξάρτητος Norton. Κάθε του κίνηση και κάθε προσπάθεια γίνεται για να βελτιώσει την εικόνα (και την αξία) του σπιτιού. Χαρακτηριστικά στη συνέχεια αναφέρει ότι αυτό το δώμα ήταν όλη του η μέχρι τότε ζωή. Φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι καθ΄όλη τη διάρκεια της ταινίας ο χαρακτήρας του Norton παραμένει ανώνυμος. Μέσα απ' την εισαγωγή και τις απόψεις του περί ευτυχίας ο ήρωάς μας γίνεται ένα καθολικό σύμβολο αντικατοπτρίζοντας το πιο ενεργό και ταυτόχρονα ασήμαντο κομμάτι της κοινωνίας. Αυτούς που σαν προβατάκια ψηφίζουν, αγοράζουν και σκέφτονται για να αποκτήσουν έναν κόσμο που δεν μπορούν να έχουν. (Αν θεωρείς τον εαυτό σου έναν απ' αυτούς τότε σταμάτησε να διαβάζεις εδώ...)

O σκηνοθέτης David Fincher ποτέ δεν ήταν αυτό που λέμε αντικαπιταλιστής ούτε μπορεί να αναπαράγει στο ακέραιο τις απόψεις του Chuck Palahniuk. Ανήκει σε μια γενιά σκηνοθετών που καλώς ή κακώς ξεκίνησαν να φτιάχνουν video clips και έμαθαν να φτιάχνουν ταινίες σε συγκεκριμένες στουντιακές φόρμες, ενταγμένοι απόλυτα στην παραγωγική διαδικασία (κάτι που αποδεικνύεται κι απ' τις περισσότερες ταινίες του). Αλλά... ΝΑΙ το Fight Club είναι μια αντικαπιταλιστική ταινία, ΝΑΙ είναι το μοναδικό τόσο εύστοχα ακραίο σχόλιο που είδαμε στο σύγχρονο Hollywood, ΝΑΙ έχει λόγο και αιτία ύπαρξης σε μια κοινωνία που δύσκολα μπορεί να το αφομοιώσει, αλλά πάνω απ' όλα έχει αφορμές που η σημαντικότερη βρίσκεται στην σκηνή με τα ΙΚΕΑ. Αν στην υπόλοιπη ταινία ο Fincher δείχνει έναν κάποιο τρόπο απέναντι στην καπιταλιστική φρενίτιδα και τα αποτελέσματά της, τότε εδώ βρίσκεται η αρχή της παράνοιας. Ο πρωταγωνιστής οδηγείται στη σχιζοφρένεια επειδή δεν μπορεί να αντέξει τη ζωή του κλεισμένη σε 4 άσπρους τοίχους, αιχμάλωτος ενός καταλόγου (και κατ' επέκταση του καπιταλισμού). Έχει μετατραπεί σε ένα παρά φύσιν ον (είμαι σίγουρος ότι όποιος έφτιαξε τον άνθρωπο δεν τον έκανε καταναλωτή) και πλέον χρειάζεται κάτι πολύ δραστικό για να ξεφύγει απ' την όλη κατάσταση (όπως λίγο οξύ στο χέρι).

Χρησιμοποιώντας λοιπόν τα ΙΚΕΑ στην αρχή (τα Starbucks και το σαπούνι στη συνέχεια, διάφορα καταστήματα και τους ουρανοξύστες στο τέλος) σαν σύμβολο για να προσδιορίσει τον ένοχο στις σύγχρονες κοινωνίες ο Fincher είναι πλέον έτοιμος να αποδομήσει τον καπιταλισμό. Τα ακραία μέτρα που λαμβάνει ο Tyler Durden παραδόξως βρίσκουν ανταπόκριση σε μεγάλη μερίδα του κοινού και το πρόγραμμα Χάος παίρνει μπροστά. Το θέμα πια είναι που μας οδήγησαν τα ΙΚΕΑ... Η σκηνή που εξετάζουμε είναι το σημείο μηδέν. Ground Zero. Το πιο κάτω δεν πάει. Στην ταινία η διπλή φύση του πρωταγωνιστή λειτουργεί και σαν επιλογή απ' το θεατή της στάσης που θα επιλέξει. Τον Norton η κατάσταση τον οδηγεί να αναπτύξει μέσω του Durden μια φασίζουσα ιδεολογία με σκοπό να καταστρέψει κάθε τι καπιταλιστικό. Κι ο φασισμός που εφαρμόζεται απ' το Project Chaos έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την Αναρχία που δηλώνει η αφίσα. Δυστυχώς για μένα, ευτυχώς για τους πολλούς η αναρχία δεν μπορεί να προκύψει αν έχεις φτιάξει το δωμάτιό σου ακριβώς όπως το είδες στον κατάλογο. Αντίθετα μπορεί να προκύψει ο απόλυτος φασισμός. Σε μια κοινωνία που ο Kamprad σε κάνει να αγοράσεις ότι θέλει, η χαλιναγώγηση απ' τον κάθε Durden είναι παιχνιδάκι. Στο τέλος ο φασισμός παίρνει την μορφή του (κατά τεκμήριο ομορφότερου άντρα στον κόσμο) Brad Pitt (φοβερό υποκριτικό εύρημα -αλά Exupery- δεν βρίσκετε;).

Σ' όλη την υπόλοιπη ταινία λοιπόν, ο Fincher βάζει τους λογοτεχνικούς του ήρωες να μάχονται το ορατό μα ύπουλο κακό. Ένα κακό φτηνό κι ωραίο στην όψη (δεν είπε κανείς ότι τα ΙΚΕΑ έχουν άσχημα πράγματα). Μην ξεγελιέστε απ' τους καταλόγους γιατί τα αποτελέσματα τα είδατε ποια μπορεί να είναι... Κάπως ακραία η θεώρηση των πραγμάτων στο Fight Club, αλλά πέρα για πέρα ειλικρινής κι εύστοχη. Κάτι ανάλογο κατά τη γνώμη μου ήθελε να πετύχει κι ο Scorceze με το περίφημο πλέον Taxi Driver, σε διαφορετικό βέβαια επίπεδο, να καταδείξει την μετά-ΝΑΜ αμερικανική κοινωνία σαν υπεύθυνη για την φασιστική συμπεριφορά του ήρωα (μέγας καπιτάλας κατά τα άλλα ο Martin). Και το ευχάριστο είναι πως εδώ ο Fincher το κάνει με σαφώς καλύτερο και πιο ολοκληρωμένο τρόπο.

Αφού λοιπόν δείτε την ταινία μένει να δείτε τις δικές σας επιλογές σε καταναλωτικό επίπεδο. Αν μαγεύεστε απ' τους καταλόγους και το σπίτι σας μοιάζει μ΄αυτό του Edward Norton τότε έχετε πάνω από ένα λόγο ν' ανησυχείτε...

Υ.Γ. 1: Ειρωνία; Όση ώρα έγραφα το κείμενο μια αιθέρια ύπαρξη δίπλα μου έπαιζε Sims...
Υ.Γ. 2: Το ότι διάβασες το κείμενο δεν σημαίνει ότι δεν είσαι θύμα. Κι εγώ κι εσύ και όλοι μας είμαστε δέσμιοι της κατάστασης είτε το αποδεχόμαστε είτε όχι...

(The Movies Cult 22-05-06)

"Behind" the Scenes: Once Upon a Time in America


Έμελλε το πρώτο μου άρθρο για το ρημαδιασμένο μας site να είναι γι' αυτή τη στήλη (που μ' αυτό το κείμενο εγκαινιάζεται) κι αυτή τη φορά δεν μιλάμε για φάρσα... Την πρώτη σκηνή για την οποία θα μιλήσουμε δεν ήταν δύσκολο να τη σκεφτώ. Όλα ξεκίνησαν όταν έψαχνα τους backup φακέλους που δημιουργώ στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου πριν από κάθε format. Σ' έναν απ' αυτούς υπήρχε ένα και μοναδικό αρχείο με το όνομα DeNiro's Smile. Ήταν ένα απ' τα εκατομμύρια screenshots που κρατάω στις τελετουργικές κατ' οίκον προβολές μου (εν προκειμένω απ' το Once Upon a Time in America φυσικά). Τότε γεννήθηκε κι η ιδέα όχι μόνο γι' αυτό το κείμενο αλλά και για όλη τη στήλη γενικότερα.

Η δύναμη της εικόνας... Ένα απλό screenshot κι εφτά δισεκατομμύρια σκέψεις! Είναι αλήθεια ότι μερικοί δημιουργοί ήξεραν να φτιάχνουν καλύτερες σκηνές από κάποιους άλλους. Άλλοι ίσως έκαναν καλύτερες ταινίες αλλά γι' αυτούς έχουμε και τα reviews. Εδώ αναζητούμε τις στιγμές εκείνες σε μια ταινία που ίσως μας αφήνουν μ' ανοιχτό το στόμα ή σκαλίζουν επίμονα τα αυλάκια του μυαλού. Ίσως μας προτείνουν το νέο και το διαφορετικό ή μας προκαλούν και μας τρομάζουν. Πάντα θα τις προσδιορίζουμε ως επιτεύγματα. Το ερέθισμα για όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι οπτικό, ακουστικό ή λεκτικό, διακρίσεις δεν κάνουμε. Αυτό είναι και το προτέρημα του κινηματογράφου σε σχέση με τις άλλες μορφές έκφρασης, όπως επίσης και η αιτία που οδήγησε τους θεωρητικούς στα πρώτα του βήματα να μην το συμπεριλάβουν στι τέχνες... Ξέρω ότι το παρακάνω αλλά αφήστε με να πλατιάσω λίγο, είπαμε πρώτο άρθρο είναι αυτό...

Άλλωστε θέματα καθαρά θεμελιώδη για τον κινηματογράφο θίγει και η σκηνή που επιλέξαμε για το ντεμπούτο της στήλης. Έχουμε να κάνουμε με ένα απ' τα διασημότερα φινάλε όλων των εποχών. Δράστης ένας εξαίρετος σκηνοθέτης, ο Sergio Leone, που στο κύκνειο άσμα του, στην τελευταία σκηνή της καριέρας του, έθεσε το πλέον βασανιστικό ερώτημα στους θεατές. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η ταινία ξεκινά με τον Robert DeNiro να μπαίνει σε έναν τεκέ. Μαζί με τη μαστούρα του έρχονται και οι αναμνήσεις, που ξεκινάν απ' τα παιδικά του χρόνια και φτάνουν στο σήμερα του φιλμ όπου ενήλικας πια βλέπει τον James Woods να αυτοκτονεί. Ολόκληρη η αφηγηματική πράξη διακατέχεται από μια νοσταλγία για στιγμές που χάθηκαν και δεν θα ξανάρθουν, για τον Noodles και για τον Max του παρελθόντος. Αυτά μέχρι να φτάσουμε στο αινιγματικό φινάλε. Ο DeNiro βρίσκεται ακόμη ξαπλωμένος στον τεκέ και ρίχνει ένα τίγκα στο όπιο χαμόγελο! Εδώ είναι που τίθεται το ερώτημα υπήρξε άραγε το παρελθόν που αφηγήθηκε ο Leone ή όλα όσα βλέπαμε ήταν παράγωγα του οπίου;

Παλιότερα πετύχαινα αρκετά συχνά στην ΕΤ3 ένα ντοκιμαντέρ που έχει να κάνει με το Leone (επρόκειτο για μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά που σε κάθε της επεισόδιο είχε διάφορους γνωστούς ανθρώπους του κινηματογράφου να μιλούν για ένα διαφορετικό σκηνοθέτη.). Εκεί λοιπόν υπήρχε και μια συνέντευξη στην οποία αναφερόταν οι πρώτες αντιδράσεις των δημοσιογράφων που βρέθηκαν στην πρώτη προβολή της ταινίας. Οι περισσότεροι δήλωναν μαγεμένοι απ' τα όσα είδαν και τότε ήταν που ένας εκπρόσωπος του τύπου πλησιάζει κάποιον απ' τους συντελεστές και ρωτάει στο τέλος γιατί χαμογέλασε ο DeNiro. Μόλις κατάλαβε ποια θα ήταν η απάντηση αποχώρησε αναφωνώντας "No, no, no" (δεν πιστεύω να θέλετε μετάφραση :p). Αν και 20 και κάτι χρόνια μετά η ταινία μοιάζει πλέον ένα πρώτης διαλογής gangsterικό δράμα και τίποτε παραπάνω το φινάλε παραμένει το πιο δυνατό της σημείο. Δεν είναι και λίγο πράγμα να καταλαβαίνεις ότι τα όσα παρακολούθησες τις προηγούμενες δύο και ώρες ήταν παραλογισμοί στο μυαλό ενός μαστουρωμένου! Αυτό που λέμε τώρα είναι πολλοί που δεν το αποδέχονται, θεωρούν δηλαδή ότι όντως ο πρωταγωνιστής στη χαλάρωσή του επάνω θυμάται τις ιστορίες απ' τα παιδικά του χρόνια. Δεν διαφωνώ πως είναι έτσι γυρισμένο το φινάλε που ο καθένας μπορεί να πιστέψει αυτό που επιθυμεί εκείνη τη στιγμή. Αλλά απ' όποια μεριά κι αν το εξετάσουμε ο Leone απλά μας σέρβιρε ένα παραμυθάκι. Και μπράβο του στην τελική, γιατί έμοιαζε τόσο ωραίο που μερικοί θα ήθελαν να ήταν αληθινό και δεν μπορούσαν να πιστέψουν το αντίθετο, όπως ο δύσμοιρος ο δημοσιογράφος.

Τεχνικά η σκηνή (απ' τις trademark του Ιταλού σκηνοθέτη) είναι απλά ένα extreme close up (ένα Sergio Leone πλάνο όπως το ονόμαζε ο Tarantino στο αφίερωμα που λέγαμε πριν) στο πρόσωπο του Robert DeNiro. Αυτό νέτο σκέτο, στεγνό. Δεν είχε καν την ένταση που είχαν ανάλογα πλάνα του στα φημισμένα του western. Και είναι θαυμαστό ότι μέσα απ' αυτή την απλότητα ξεπήδησε αυτό το δίλλημα κι αυτή η ανατροπή. Το τέχνασμα του αποστομοτικού φινάλε που ανατρέπει όλα όσα έχουμε δει προηγουμένως δεν ούτε η πρώτη ταινία που το χρηισμοποίησε ούτε η μοναδική. Ήταν απλά αυτή που το έκανε με τον πιο αποτελεσματικό και λιτό τρόπο. Θα μπορούσε να μην υπάρχει καν μουσική.

Ήταν ίσως κι η μοναδική ταινία που σε έκανε να θεωρήσεις την ανατροπή στη βάση του σινεμά. Η κωλοτούμπα που γίνεται στο σενάριο δεν αφορά τον πρωταγωνιστή αφορά το θεατή και μόνο. Ο ήρωας στη οθόνη δεν βιώνει κάτι το μη αναμενόμενο γι' αυτόν αφού βρίσκεται υπό την επήρεια ουσιών εν πλήρη γνώση του. Ο θεατής απ' την άλλη αρχίζει και το σκέφτεται το πράγμα: Κοντά τρεις ώρες για το τίποτα. Όλα όσα είδα ήταν ένα ψέμα (αυτό ακριβώς απέφυγαν να νιώσουν οι υπέρμαχοι της άποψης περί πραγματικής αφήγησης). Μα μήπως κι ότι συμβαίνει σε κάθε ταινία που βλέπω ψέματα δεν είναι; Όλα στημένα και σκαρφίσματα κάποιου μυαλού. Το μόνο που διαφέρει είναι οι συνθήκες καθώς σε μια οποιαδήποτε ταινία όλα τα φτιάχνει το μυαλό του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου ενώ στο Once Upon το μυαλό του πρωταγωνιστή. Στο σινεμά τα μέσα είναι οι φακοί και η κάμερα, για τον Noodles (αν υπήρξε ποτέ) είναι το όπιο. Όλα αυτά μας οδηγούν πίσω στην αφετηρία τότε που πρωτοαντικρίσαμε αυτήν την μοναδική ψευδαίσθηση της πραγματικότητας που αποτελεί ο κινηματογράφος. Αν οι θεατές δεν ήταν δεκτικοί στα ψεύτικα λειτουργήματα των σκηνοθετών τότε όντως ο δεν θα υπήρχε 7η τέχνη θα ήταν μόνο 6. Όμως, αν και καλοί δέκτες, οι περισσότεροι απ' το κοινό δεν μπορούν να αντέξουν την ιδέα ότι τους ξεγελούν οι φτιαχτές εικόνες όπως έκανε κι ο Leone με την ταινία του.

Το χαμόγελο στο τέλος του Once Upon a Time in America έχει λάβει διάφορους χαρακτηρισμούς. Ειρωνικό, σαρκαστικό, μαστουρωμένο... Ανάλογα με το πως το έβλεπε κανείς συχνά έφτανε και σε διαφορετικά συμπεράσματα για το στόρι. Δεν παύει δηλαδή σε καμία περίπτωση να είναι η πιο σημαντική σκηνή της ταινίας. Απ' τα παραπάνω που γράψαμε προκύπτει ότι στην πραγματικότητα πίσω απ' τον ηθοποιό που χαμογελάει, είναι ο Leone που κλείνει το μάτι προκαλώντας μας να σκεφτούμε τι είναι πραγματικό και τι όχι αλλά και τι απ' τα δύο αξίζει πιο πολύ. Όλ' αυτά ξαναλέγω είναι κάτι παραπάνω από μια προσωπική εκτίμηση για μια ιστορική σε κάθε περίπτωση σκηνή. Γι' αυτό το επίτευγμα όπως λέγαμε και στην αρχή. Σίγουρα σ' αυτές τις περιπτώσεις το ιδανικό (και το μόνο που μας βοηθά) για την κατανόηση είναι να ξέρουμε τι ακριβώς είχε στο μυαλό του ο δημιουργός. Κι αφού δυστυχώς ο Leone μας άφησε χρόνους, όλοι μπορείτε να αφήσετε τα δικά σας συμπεράσματα στο thread που βρίσκεται στο link παρακάτω...



(The Movies Cult 09-05-06, και προφανώς το link εδώ δεν υπάρχει)

"Behind" the Scenes

Τα "Behind" the Scenes είναι μια σειρά άρθρων που σαν στόχο έχει να θυμίσει στον αναγνώστη σκηνές από αγαπημένες (ή μη) ταινίες. Δεν μιλάμε βέβαια για μια απλή αναφορά... Μέσα από πλήρη υποκειμενικότητα, ο γράφων θα προσπαθεί να δώσει κάθε φορά τη δική του θεώρηση για τα επί (κινηματογραφικής) σκηνής τεκταινόμενα. So... here we go!

(Σοβαρή υποσημείωση: τα κείμενα ίσως να μην ενδείκνυνται για όσους δεν αντέχουν τα spoilers!)

...Ο παραπάνω πρόλογος συνόδευε κάθε κείμενο της πειραματικής στήλης και δεν θα μπορούσα ακόμη και τώρα να περιγράψω καλύτερα την ουσία των "Behind" the Scenes. Αφού λοιπόν αναδημοσιεύσω εδώ τα τρία + ένα προηγούμενα άρθρα, η στήλη θα συνεχιστεί προς το παρόν από δω. Δυστυχώς η φύση των "Behind" είναι τέτοια που η μορφή και η παρουσίαση στο blog είναι άβολη (συνήθως συνοδεύονται από πλήθος φωτογραφιών), τι να κάνουμε όμως, μέχρι να τους βρω καινούργια στέγη ας αρκεστούμε σ' αυτό.