Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

Burn After Reading


Μετά τον καλλιτεχνικό και εισπρακτικό θρίαμβο του No Country For Old Men οι αδερφοί Κοέν επιστρέφουν στην κωμωδία για να κλείσουν με το Burn After Reading την rabelaisoise τριλογία των "ηλιθίων".

Σερβίροντας για πολλοστή φορά την μηδενιστική τους ειρωνία και ακόμη ένα απολαυστικό σετ χαρακτήρων δημιουργούν μια κατασκοπευτική σάτιρα που λοξοκοιτάζει στο
Fargo και τον Μεγάλο Λεμπόφσκι. Το Καυτό Απόρρητο μοιάζει η πιο εύκολη ταινία στην καριέρα των δαιμόνιων αδερφών. Αναπαράγει τους ίδιους μηχανισμούς με τις προηγούμενες, τα βασικά σημεία στο σενάριο εμφανίζονται κατ' επανάληψη. Το μόνο που χρειάζεται είναι κάτι να γίνει και να εκκινήσει η ιστορία. Έτσι το mcguffin ενός ψηφιακού δίσκου εισβάλλει στην πλοκή και την διαλύει. Mguffin για τους ήρωες όχι για τον θεατή, οτιδήποτε προσπαθούν να ανακαλύψουν οι βλάκες των Κοέν είναι εμφανές ή δεδομένο για εμάς. Έτσι ο ηλίθιος στο πανί γίνεται ακόμη ηλιθιότερος για την αίθουσα. Ο κόσμος γελάει με τους ηλίθιους οπότε η υπερμεγέθης ηλιθιότητα του κοενικού ήρωα δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένα απ' τα πιο αστεία πράγματα που μπορούν να σου συμβούν.

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Mister Lonely


Όσο θυμάμαι τον Harmony Korine του Gummo, των ερασιτεχνικών λήψεων και της σαρωτικά ποιητικής διάθεσης, τόσο πιο εύκολο είναι να εξηγήσω την καθολική αποτυχία του Mister Lonely. Στην καινούργια του ταινία ο σκηνοθέτης αναζητά στουντιακές αρετές. Πειραματίζεται με αυτό που για όλους τους άλλους και τον θεατή είναι από δεδομένο ως κορεσμένο (φορμαλιστικά πάντα). Γενικά κάνει σινεμά πέρα απ' τις δυνάμεις του.

Ο Korine υπήρξε (και είναι ακόμα δηλαδή) ένας εξαίρετος σεναριογράφος. Η ιδέα πίσω απ' τον Mr. Lonely είναι επίσης εξαιρετική. Σε μια κοινωνία που ζει απ' τα πρότυπα τι γίνεται όταν φτάσουμε στο μεταίχμιο της κατάστασης; Τι γίνεται όταν πιστέψουμε οριστικά πως μπορούμε να γίνουμε κάποιοι που ποτέ δεν υπήρξαμε και τι θα συνέβαινε αν γνωρίζαμε πως μπορούμε να καταφέρουμε το αδύνατο, σε ένα πολύ προχωρημένο επίπεδο ανάγνωσης που ενισχύει η ιστoρία του Herzog με τις καλόγριες που φουντάρουν απ' τα 20.000 πόδια χωρίς αλεξίπτωτο... Ένας σωσίας του Michael Jackson γνωρίζει σε ένα γηροκομείο μια Marilyn Monroe. Τον καλεί σε ένα πύργο στη Σκοτία όπου διάφοροι σωσίες διασήμων (σκόπιμα κανένας απ' αυτούς επιτυχημένος) συμβιώνουν και ετοιμάζουν μια μουσική παράσταση. Mοιραία οι κάτοικοι του πύργου παρουσιάζουν στη συμπεριφορά τους χαρακτηριστικά του προσώπου που υποδύονται. Ο Lincoln ηγετικός και δίκαιος αλλά γίνεται καμιά φορά σκληρός, ο Chaplin είναι γυναικάς, η Βασίλισσα είναι διακοσμητική και πάει λέγοντας...

Χρησιμοποιώντας τους σωσίες το σενάριο δίνει διάσταση σε έναν δυσλειτουργικό κοινωνικό πυρήνα. Όλα τα μέλη του ασκούνται ώστε να γίνουν η δυνατόν καλύτερη απομίμηση. Οι βιωτικές ανάγκες και η ικανοποίησή τους δεν είναι προτεραιότητα. Το βέλτιστο και το ιδανικό λοιπόν είναι να φτιαχτεί το θέατρο και να πετύχει η παράσταση. Είναι η απόλυτη τυποποίηση σύμφωνα με τον σταρ-πρότυπο. Όταν όμως στον κόσμο είστε μόνον εσύ και το απλησίαστο πρότυπο σου ή το ακόμα πιο μακρινό πρότυπο του δίπλα, στην ουσία είσαι μόνος. Τη στιγμή που οι αυταπατούμενοι performers της παρακμιακής μουσικής παράστασης έρχονται αντιμέτωποι με αυτή την πραγματικότητα τελείται η αυτοκαταστροφή τους. Η Marilyn Monroe της Samantha Morton (απολύτως ταυτισμένα) αυτοκτονεί. Ο Michael Jackson του Diego Luna τα παρατάει και εμφανίζεται... πολίτης σε ένα καρναβάλι. Οι καλόγριες που πίστεψαν ότι ο μεγαλοδύναμος τις δοκιμάζει και τις βάζει να πηδάνε από αεροπλάνα, τιμωρούνται για την αλαζονεία της εκκλησίας τους όταν πάνε να παρουσιαστούν ως κοσμικό γεγονός στον Πάπα. Η επιτυχία της παράστασης θα ισοδυναμούσε με θαύμα πίστεως, τα θαύματα όμως δεν είναι αληθινά.

Το Mr. Lonely είναι μια σφοδρά απαισιόδοξη παραβολή. Όχι επειδή έχουμε ανάγκη στα θαύματα και μας ακυρώνει το δικαίωμα να πιστεύουμε σ' αυτά, αλλά γιατί στερεί απ' τους χαρακτήρες την ατομικότητά τους. Η γενίκευση αποκαλύπτει μια απαράδεκτα θλιβερή διαπίστωση. Θα τη συγχωρούσαμε αν το σχόλιο δεν έφτανε τόσο παρωχημένο στο πανί. Η ποιητική γραφή του Korine καταστρέφεται στο ντεκουπάζ για να εκφυλιστεί σε αφηρημένη τέχνη με την μισο-συμβατική μισό-direct κινηματογράφιση. Ολόκληρο το φιλμ είναι γεμάτο με ημιτελείς ιδέες, όπως ο τεμαχισμός σε κεφάλαια με τίτλους τραγουδιών του Michael Jackson ή το original Μister Lonely που ακούγεται στην αρχή και στο τέλος αλλά επί της ουσίας δεν παρουσιάζει καμία λειτουργικότητα. Το επαγγελματικό μοντάζ είναι τουλάχιστον καταστρεπτικό ειδικά για το συναίσθημα (η ταινία παρά τις φιλότιμες πρσπάθειες των ηθοποιών είναι κατάψυχρη). Η μηδαμινή της συνοχή καθιστά πολύ δύσκολη την παρακολούθησή της, είναι πολύ δύσκολο να ακολουθήσεις τις λεπτές αποφύσεις της βασικής πλοκής μέχρι το τέλος. Όσοι λίγοι φτάσουν αφοσιωμένοι ως εκεί ίσως αποζημιωθούν γιατί πέραν της δεδομένης απειρίας του ο Korine παραμένει ένας απ' τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά κι ένας προκλητικότατος πλανοθέτης.

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Night and the City


"Ο Χάρυ Φάμπιαν τρέχει για να σωθεί μέσα σε ένα κατασκότεινο σκηνικό. Θέλει να γίνει σπουδαίος και δεν τον ενδιαφέρει πως θα συγκεντρώσει χρήματα για να το πετύχει. Κλέβει διαρκώς από την κοπέλα του, τη Μαίρη, τραγουδίστρια στην Ασημένια Αλεπού, ένα κλαμπ που ανήκει στον αποκρουστικό Φιλ Νόσερος. Έχει ένα σχέδιο όμως- να πάρει τον έλεγχο των αγώνων επαγγελματικής πάλης από το Γκριγκόριους, παλαίμαχο παλαιστή. Όταν εκείνος πεθαίνει, θα αποκαλυφθεί το σχέδιο του μέσα από μία φευγαλέα ματιά της κόλασης, παραμορφωμένα εικαστικά εφέ και σκοτεινού συμβολισμού."

Το 1950 ο Dassin γυρίζει το Night and the City, για πολλούς συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος το αριστούργημά του. Ήταν η περίοδος που η πίεση του McCarthy προς τους κόκκινους του hollywood είχε γίνει από αφόρητη εώς θανάσιμα επικίνδυνη. Ο επίσης υπό πίεση παραγωγός Darryl Zanuck αναγνωρίζει το κρίσιμο της κατάστασης και του προσφέρει το η Νύχτα και η Πόλη, ένα μυθιστόρημα του Εβραίου συγγραφέα Gerald Kersh. Η πόλη του τίτλου είναι το Λονδίνο κι έτσι το φιλμ γίνεται ουσιαστικά το διαβατήριο του σκηνοθέτη προς την Ευρώπη και την ελευθερία.

Αυτή η πρόφαση λοιπόν στάθηκε η αφορμή για την καλύτερη ταινία του Dassin, που ολοκληρώνει έτσι την αμερικάνικη περίοδό του. Υπάρχει σαφής διαφοροποίηση στο σκηνοθετικό του στυλ πριν και μετά την φυγή του απ' την Αμερική. Το Night and the City, όπως και το εκπληκτικό Rififi που ακολουθεί στην φιλμογραφία του, στέκονται μάρτυρες μιας μεταβατικής κατάστασης (με διαφορετικό τρόπο το καθένα). Με την εγκατάστασή του στην Ευρώπη ο Dassin έρχεται σε επαφή με πολλά, ετερόκλιτα αρκετές φορές, καλλιτεχνικά ρεύματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η κινηματογραφική του γραφή να διαβρωθεί και ο έκδηλος νατουραλισμός των πρώτων του ταινιών (που αποθεώνεται στο Rififi) σταδιακά να υποχωρήσει μέσα στις ταινίες του. Εν προκειμένω ο δημιουργός καταφεύγει σε μια εξπρεσιονιστική απεικόνιση μιας πόλης γεμάτης μικροκακοποιούς καλλιεργώντας την (πολυθρύλητη) μεταφυσική αγωνία του φινάλε. Το σκηνικό ελάχιστα θυμίζει την αγγλική πρωτεύουσα, μέχρι να φτάσουμε στο φινάλε εύκολα μπορεί να παρεξηγήσει κάποιος το Λονδίνο για την Νέα Υόρκη ή το Σικάγο των 30's, εποχή κατά την οποία γράφτηκε και το βιβλίο. Γενικότερα ο Dassin ακολουθεί σκηνοθετική γραμμή εφαπτόμενη αυτής του αρχετυπικού νουάρ.

Ωστόσο στην ομαλή αφήγηση που υιοθετεί συμπεριλαμβάνει (σχεδόν ως μεταμοντέρνα επέμβαση ή σαν φώνασκουσα επισήμανση) μια ολιγόλεπτη σκηνή που θυμίζει έντονα το πρότερο ντοκιμαντερίστικο ύφος του. Αναφέρομαι στην βουβή σεκάνς του ρινγκ, μίνι τεχνικό επίτευγμα που θα επαναληφθεί ως ολοκληρωμένος άθλος στην επόμενη ταινία του. Εκεί όπου αναμετράται το παρόν με το παρελθόν. Η νεκρή τέχνη, όπως αναφέρεται η ελληνορωμαϊκή, απέναντι στο υποκοσμικό κατεστημένο. Εσωτερική πάλη στην πραγματικότητα. Το Night and the City είναι ίσως η πιο αυτανοφορική δημιουργία του Dassin. Συνήθως οι ταινίες του στοχοποιούσαν τον προφανή εχθρό (αυτόν που τελικά τον κατέστρεψε) σκιαγραφώντας παράλληλα την αμερικάνικη κοινωνία. Αυτό γινόταν με την χρήση ισχυρών μοτίβων που απαντώνται, με εκνευριστική είναι η αλήθεια συχνότητα, στο έργο πολλών σπουδαίων συγχρόνων του δημιουργών. Η νουάρ θεματική είναι ένα απ' αυτά. Η κοινωνία οπορτουνιστών και χαφιέδων είναι ένα δεύτερο. Ξεπερνώντας τα επεξηγηματικά μοτίβα όμως ο Dassin βρίσκει σημείο ταύτισης με τον εντελώς αρνητικό ήρωά του. Κι οι δυο τους εγκαταλείπουν πάνω που πιάσαν την καλή. Κι οι δύο φεύγουν κυνηγημένοι απ' τους χαφιέδες. Ο ελληνικής καταγωγής Kristo είναι ο λιγότερο "μακαρθικός" κακός στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, ωστόσο κι αυτό να μην συνέβαινε είναι εμφανές ότι η ταινία γίνεται για δηλωθεί η φυγή, όχι για να καταδείξει τους ενόχους της. Ο συνήθης προβληματισμός του σχετικά με την αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως τον είδαμε στο Brute Force ή ακόμη πιο έντονο στο Celui qui doit Mourir, δεν έχει θέση στην Ασημένια Αλεπού και στο γυμναστήριο του Φάμπιαν. Σε απόλυτους φιλμογραφικούς όρους το Night and the City αποτελεί διάλειμμα.

Είναι γεγονός πως η καριέρα του Dassin στερείται ηθικά και ψυχολογικά φωτεινών στιγμών, θεωρώ συγκλονιστικό όμως το γεγονός (και παράλληλα ενδεικτικότερο πολλών σχετικών με τον μακαρθισμό ταινιών για την κατάσταση που επικρατούσε) ότι κράτησε την πιο απαισιόδοξη για τον εαυτό του. Ειρωνικά στην ταινία υπάρχει ελπίδα και την ενσαρκώνει με την διακριτική της παρουσία η Gene Tierney. Πριν πέσουν οι τίτλοι θα την σκοτώσει κι αυτή. Φριχτή διαπίστωση ότι η καριέρα του λαμβάνει πρόωρο τέλος. Δυστυχώς η ιστορία θα τον δικαιώσει, μετά απ' το εν λόγω έκανε μόνο ένα σπουδαίο φιλμ κι από 'κει και πέρα χάθηκε σε μια ανεπιτυχή αναζήτηση νέας σκηνοθετικής ταυτότητας. Αυτής που θα τον έπαιρνε μακριά απ' την νύχτα μιας γυμνής πια πόλης.

ΥΓ. Μια εβδομάδα πριν τον Dassin χάσαμε και τον εξαιρετικό στο ρόλο του Φάμπιαν Richard Widmark.