Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

The Spiderwick Chronicles


Τυποποιημένη παρ' όλ' αυτά ικανοποιητική μεταφορά της ομότιτλης σειράς βιβλίων απ' τον Mark Waters, σκηνοθέτη γραφικών μετριοτήτων του παρελθόντος. Γιατί το λέω αυτό τώρα... γιατί κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα και εν προκειμένω κουτσοί στραβοί αναλαμβάνουν οικογενειακές ιστοριούλες φαντασίας που κατα κόρον παράγονται στην από 'κει όχθη του Ατλαντικού (μάθανε ότι πηδιόμαστε μας ήρθαν κι απ' τη Δανία).

Σταματάω με τις παροιμίες και παραδέχομαι πως το Spiderwick Chronicles πετυχαίνει απόλυτα τους απλοϊκούς σκοπούς του. Για να τα καταφέρει χρησιμοποιεί την αρχετυπική ιστορία μιας δυσλειτουργικής οικογένειας τα τέκνα της οποίας βρίσκουν διέξοδο στον κόσμο των παραμυθιών. Μεταφέροντας πιστά τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου απομονώνει τα αδέρφια Grace σε ένα απομονωμένο σπίτι στο δάσος, άρα και ευκολότερη η μετάβαση στο φανταστικό. Αφήνεται στις προεφηβικές πλάτες του πιτσιρικά Freddie Highmore, που παρά το άγουρο παίξιμό του μια χαρά τα καταφέρνει, και στην συνέχεια πάει και μπαλώνει τις τρύπες με παραμυθένιο CGI. Ως δέσμιο του υπερεπιτυχημένου λογοτεχνικού τόμου στο φιλμ απομένει να αντικαταστήσει τις λέξεις με μια σειρά από ψηφιακές ευκολίες, που τουλάχιστον συνδέονται προσεκτικά η μία με την άλλη. Και τελικά το καλογραμμένο fairytale λειτουργεί...

Τόσο απλά, τόσο εύπεπτο, τόσο για παιδιά...

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

The Tripper


Μια παρέα χίπιδων εφοδιασμένη με τα απαραίτητα (ουσίες, ποτά, όχι προφυλακτικά) βρίσκεται καθ' οδόν για το ετήσιο φεστιβάλ της Βόρειας Καρολίνας (Καρολάινα επί το ελληνικότερον). Δεν γνωρίζουν όμως ότι προς τα εκεί κατευθύνεται για να διασκεδάσει με τον τρόπο του και ένας φανατικός θαυμαστής του Ronald Reagan που αρέσκεται στο να κυκλοφορεί και να σκοτώνει μεταμφιεσμένος σαν το είδωλό του!

Παραισθήσεις και πολιτική, έννοιες πολλές φορές ταυτόσημες συναντούνται στο θεοπάλαβο slasher που υπογράφει ο εκλεκτός b-movάς David Arquette. Αιματηρό όχι περισσότερο απ' ότι οφείλει στην παράδοση του είδους, διασκεδαστικό όσο ελάχιστα στο παρελθόν (ψέμα ήταν αυτό αλλά δεν πειράζει). Κι ευθύ... ευθύ όσο δεν πάει... εξηγούμαι: έχουν υπάρξει πολλοί επικίνδυνοι πολιτικοί, λίγοι καταφέρνουν να ταλανίζουν τον δύσμοιρο πλανήτη σε τέτοιο βαθμό ακόμη και μετά το θάνατό τους. Και θα συνεχίσουν.

Ο θεατής δεν αργεί να καταλάβει πως αυτός που δολοφονεί δεν είναι ένας ψυχασθενής που νομίζει πως είναι ο Ronnie (καταπληκτικό το tagline-παρωδία του αντίστοιχου της Λάμψης) αλλά ο ίδιος ο Αμερικάνος πρόεδρος. Γι' αυτό και λείπει η οποιαδήποτε εμβάθυνση στο χαρακτήρα του μανιακού με την εξαίρεση της εναρκτήριας σκηνής. Αν θέλετε να βρείτε την καταγωγή της γενικής παράνοιας δεν έχετε παρά να αναλογιστείτε την προέλευση των εμβατηρίων που συνοδεύουν μερικά απ' τα φονικά. Ερχόμενοι τώρα στο καθαρά προσωπικό, εμένα αυτό μου αρκεί...

Γιατί αυτή η έστω χονδροειδής σημειολογία εξαντλείται στον μακελάρη. Οι λοιποί χαρακτήρες συμμετέχουν ως δυνάμει θύματα ενός απλοϊκότατου plot ξεστομίζοντας αραιά και που αστεϊσμούς και ανόητες επικλήσεις. Στην πραγματικότητα το φιλμ κάνει ελάχιστα για να δικαιολογήσει τον ορθό χαρακτηρισμό του ως τέτοιο, ακροβατώντας αποτυχημένα μεταξύ συκωταριών και κωμωδίας. Οι συντελεστές του τουλάχιστον έχουν επίγνωση ότι ποιούν χαβαλέ γ΄διαλογής και ευφυώς έβαλαν για πρωταγωνιστή έναν απ' τους μεγαλύτερους καραγκιόζηδες ever. Τα πραγματικά ντοκουμέντα που παρεμβάλονται στη δράση επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα.

Παρεπιπτόντως όταν ο "πολύς" Rob Zombie είδε το φιλμ κοκκίνησε.

Τρίτη 4 Μαρτίου 2008

Grace is Gone


"Ο Στάνλεϊ Φίλιπς, πατριώτης και πατέρας δύο μικρών κοριτσιών, βρίσκεται σε ένα τρομερό δίλημμα όταν μαθαίνει πως η σύζυγός του, Γκρέις, σκοτώθηκε ενώ υπηρετούσε στο Ιράκ. Πώς θα πει στις κόρες του πως η μητέρα τους έχει φύγει από τη ζωή; Ο Στάνλεϊ προσπαθεί να κερδίσει λίγο χρόνο πηγαίνοντας ένα αυθόρμητο ταξίδι με τις κόρες του σε ένα θεματικό πάρκο στη Φλόριντα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα συναντηθεί με τον φιλελεύθερο αδερφό του, ενώ προσπαθεί να ανακουφίσει τη θλίψη του τηλεφωνώντας στο σπίτι, ώστε να ακούσει τη φωνή της Γκρέις στον τηλεφωνητή."

Ο ελληνικός τίτλος ("Όταν έφυγε η Γκρέις") αδικεί τον υπαινιγμό του original. Γιατί η grace έχει εγκαταλείψει προ πολλού το συντηρητικό αμερικανικό κράτος. Τα θύματα ενός ακόμα πολέμου είναι απλά μία απ' τις παραμέτρους που οδηγούν εκεί. Η Grace Phillips της ταινίας είναι ένα απ' αυτά. Σύζυγος του πρώην στρατιωτικού και θερμού ρεπουμπλικάνου Stanley αφήνει πίσω της δύο ανήλικα κορίτσια και μια δυσβάσταχτη αλήθεια που ο υπεύθυνος φοβάται να τους αποκαλύψει. Αντ' αυτού μάλιστα αποφασίζει να τα πάει βόλτα στους Enchanted Gardens.

Στη συγκινητική ιστορία που αναπλάθει ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης James C. Strouse τις πολιτικές νύξεις συμπληρώνει μια καθ' όλα προσεγμένη δραματουργία. Αρχικά κινηματογραφείται με κλινικό τρόπο η Αμερική που ζει από και για τους τύπους, γι' αυτό και η κάμερα θα επιμείνει στα τακτοποιημένα δωμάτια, στην προκάτ αντίδραση των στρατιωτικών, στο καλογυαλισμένο πόμολο της πόρτας που κλείνει (το στυλ του σ' αυτό το σημείο ταιριάζει απολύτως με τον τίτλο). Με όχημα όμως, όχι το σενάριο, αλλά την εξαιρετική ερμηνεία του John Cusack σταδιακά αλλάζει ύφος παρουσιάζοντας την ψυχολογική κατάρευση του ήρωά της, για να παραδοθεί τελικά στον συναισθηματισμό της αναθεωρημένης τελικά σχέσης μεταξύ των κοριτσιών και του πατέρα. Η ταινία ακολουθεί ακριβώς την μεταστροφή του πρωταγωνιστή της και σε πρώτο επίπεδο, εκεί που θέλει να ευαισθητοποιήσει το κοινό για τις παράπλευρες-εσωτερικές απώλειες του πολέμου στο Ιράκ και να συγκινήσει, πετυχαίνει πλήρως το σκοπό της.

Μοιραία όμως καταλήγει να εξελίσσεται εις βάρος της αρχικής πολιτικής θέσης. Η διαπίστωση που αποτυπώνεται στις αποφάσεις του αυστηρού πατέρα και θέλει την ρεπουμπλικάνικη εξουσία να αποκρύπτει επιμελώς το τι πραγματικά συμβαίνει στη Βαγδάτη, φροντίζοντας οι πολίτες να έχουν κάτι άλλο για ν' ασχοληθούν (όπως ακριβώς ο Phillips που πάει εκδρομή τις κόρες του), παραμένει μια απλή αναφορά προς εσωτερική κατανάλωση. Το σχόλιο της λειτουργεί αποκλειστικά εντός των αμερικανικών συνόρων. Τουλάχιστον ο Strouse έχει φροντίσει να χωράει στην σύνοψη κι έτσι συντηρείται και μετά τους τίτλους τέλους. Γιατί απ' την μέση περίπου του φιλμ, όταν ξεμπερδεύουμε και με τον liberal Alessandro Nivola, βλέπουμε μια εντελώς ξεκομμένη απ' την πολιτική ταινία...

Αξιόλογη όπως και να 'χει η προσπάθεια του σκηνοθέτη που με το επιτηδευμένα άτεχνο ντεμπούτο του αφήνει πολλές υποσχέσεις. Εντυπωσιακός ο Cusack που για τρίτη φορά στην καριέρα του δίνει όλο του το είναι σε μια ταινία (οι πρώτες δύο τα High Fidelity και Grosse Point Blank), χαιρόμαστε δε που είναι έτοιμος να το ξανακάνει συνεχίζοντας "πολιτικά" με το War Inc. Σημειώστε επίσης δυο σημαδιακές guest εμφανίσεις: η Marisa Tomey κοσμεί την οθόνη για λίγα δευτερόλεπτα ως λουόμενη στην πισίνα ενός ξενοδοχείου ενώ την μουσική της ταινίας υπογράφει ο "ρεπουμπλικάνος" Clint Eastwood.