Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008

Gone Baby Gone


Ένα μικρό κοριτσάκι εξαφανίζεται σε μια φτωχογειτονιά υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η αστυνομία αδυνατεί να την εντοπίσει και η γιαγιά της στρέφεται σε έναν ντετέκτιβ της περιοχής. Αυτή η απλούστατη αφορμή είναι αρκετή για τον, σκηνοθέτη πια, Ben Affleck να πατήσει πάνω της και να χτίσει τη μικρή του China Town. Η έρευνα του private eye Kasey Affleck (σε μια ακόμη καλή ερμηνεία φέτος) και της συντρόφου του θα οδηγήσει σε ενόχους που δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν. Για την ακρίβεια μέσω σφοδρών σεναριακών ατοπημάτων, που στοιχίζουν πρωτίστως σε συνοχή, το GBG καταφέρνει να διαστρεβλώσει παντελώς την ηθική του αμερικάνικου μικρόκοσμου, σε όποιο κοινωνικό κλιμάκιο κι αν βρίσκεται αυτός. Εγχείρημα βέβαια τολμηρότατο που στην πράξη αποτυγχάνει.

Συγκεκριμένα, οι κλιμακούμενες αποκαλύψεις οδηγούν συνεχώς προς τα πάνω κι ενώ στην αρχή της ταινίας τα σχόλια του ντετέκτιβ περιορίζονται στις γειτονιές που μεγαλώνουν οι μικροκακοποιοί με τους οποίους συναναστρέφεται, τρέφοντας τα γιατί στον πάτο της αμερικάνικης κοινωνίας, στην συνέχεια το κείμενο δίνει θέση σε ένα βαθύ ηθικό προβληματισμό (δυστυχώς αποδεικνύεται και πολύ βαρύς για να τον χειριστεί ο Affleck) που θέτει την αίσθηση καθήκοντος του ήρωα απέναντι στην ηθική, όχι τη δική του κι εδώ είναι το καλό, την ηθική των πολλών, το γενικώς σωστό. Το ότι ταυτίζεται αυτή με το μέρος των κοινωνικά υπέρτερων φυσικά δεν είναι τυχαίο. Στο βούρκο που έχει πέσει ο πρωταγωνιστής δεν υπάρχει σωτηρία. Υπάρχουν μόνο drug dealers, παιδεραστές, χαφιέδες και διεφθαρμένοι μπάτσοι και όλοι αυτοί όχι πάντα απέναντί του. Για να πιάσει τον πρεζέμπορα τον βοηθάει ο διεφθαρμένος, για να πιάσει τον πεδαιραστή τον βοηθάει ο χαφιές, για να πιάσει τον μπάτσο όμως... θα πρέπει να πάει πιο πάνω, στους ευυπόληπτους. Αυτούς να δούμε ποιος θα τους "καθαρίσει".

Βούρκος τελικά όλη η κοινωνία, άξιος και ο παραλληλισμός με το ανυπέρβλητο αριστούργημα του Polanski που είδατε στην αρχή, καθώς το Gone Baby Gone το συναγωνίζεται σε ακρότητα και δυεισδητικότητα. Ο Dennis Lehane, συγγραφέας του μυθιστορήματος πίσω απ' το παρόν φιλμ, έχει χωρέσει παρόμοιους προβληματισμούς και στο Mystic River, που με τη σειρά του ενέπνευσε τον Eastwood για την καταπληκτική ομότιτλη ταινία. Αναλογιζόμενος κανείς τα δύο παλαιότερα έργα εύκολα καταλαβαίνει πόσο ανεπαρκής αποδεικνύεται ο Affleck στο χειρισμό του θέματός του. Παρ' ότι αποτυγχάνει πλήρως στις διαδοχικές κορυφώσεις (πλην της τελευταίας) και παρά το ότι διαλέγει έναν πολύ απλοϊκό τρόπο για να διανύσει την κατασκότεινη διαδρομή του φιλμ, δίνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον. Η πρώτη του απόπειρα αν κι ανεπιτυχής σκηνοθετικά δείχνει τουλάχιστον περίσσια τόλμη. Για έναν αμερικάνο ημι-ανεξάρτητο σκηνοθέτη (όπως ήταν ο Johnson στο Brick ας πούμε που αποθεώσαμε) αυτό ίσως αποδειχθεί υπερ-πολύτιμο στην πορεία.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Cloverfield


Ταινία καταστροφής πολύ ανατολικού τύπου

Ομάδα νεαρών ετοιμάζεται για ένα surprise party και δοκιμάζει να καταγράψει τις στιγμές με μια απλή οικιακή βιντεοκάμερα. Ο τιμώμενος αδερφός και φίλος τους ετοιμάζεται να πάει για δουλειά στην Γιαπωνία. Το μαθαίνει ο Godzilla και στέλνει το κακιασμένο ξαδερφάκι του στο Μανχάτταν για να γυρίσουν όλοι μαζί το Blair Witch Project.

Είναι λίγο καλύτερο απ' ότι ακούγεται. Παιδαριώδες όσο και περιπετειώδες blockbuster του Matt Reeves, του σεναριογράφου στο The Yards του James Gray. Ήδη θα γνωρίζετε απ' το υπερεπιτυχημένο trailer την ψευδοντοκουμεντίστικη υφή του (υποτίθεται ότι όσα βλέπουμε είναι τα όσα κατέγραψε ένας ερασιτέχνης κάμεραμαν με την ψηφιακή του). Στις δυσκολίες που μπορεί να έχει ένα τέτοιο γύρισμα, λογικές αφού απαιτούνται σχετικά μεγάλα υποκειμενικά μονοπλάνα, το Cloverfield αντιπαρατάσσει τα εξής: ένας οπερατέρ στάντμαν που τρέχει, πέφτει, πηδάει, γενικά έχει δύσκολη δουλειά, ένα σενάριο που φροντίζει να διακόπτει αιτιολογημένα τη δράση ώστε να ετοιμαστεί η επόμενη σκηνή, άπειρο ποιοτικό CGI, σκηνές αγωνίας να εναλλάσονται με τους φυσιολογικά ηλίθιους διαλόγους των τρομαγμένων νεαρών. Κάπου μέσα σ' όλ' αυτά ο Reeves υπερεκτίμησε τις δυνατότητες που μπορεί να έχει ένα love story (εντελώς της πλάκας) μέσα σε μια τέτοια ταινία.

Αν κι έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον σαν φόρμα, παραμένει μια παρωχυμένη τεχνική επίδειξη. Μετά απ' όσα συνέβησαν με την Blair Witch δύσκολα θα ξαναεντυπωσιάσει (το ίδιο κόλπο στην διαφήμιση που προηγήθηκε πάντως έπιασε). Όσο για το Godzilla κομμάτι... niente! Απλά γνωρίζουμε ότι υπάρχει ένα τέρας που γκρεμίζει την πόλη. Ο πρωταγωνιστής πάντως είναι αρκετά σαφής στην πρώτη φορά που η παρέα κάνει rewind την κασέτα για να δει το κτήνος: "How hard could it be? It's Japanese..."

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Klopka

Το γερμανο-σέρβικο Klopka, ελληνιστί Η Παγίδα, ήταν απ' τις ταινίες που ξεχώρισαν στο πολύ δυνατό βαλκανικό τμήμα του τελευταίου φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Θεματικά συγγενεύει με το επίσης φετινό Όνειρο της Κασσάνδρας του Woody Allen, μόνο που ο ταλαντούχος και σχετικά νεαρός Srdjan Golubovic (θυμηθείτε και τον Κινούμενο Στόχο) αποδεικνύεται στην πράξη πολύ ανώτερος του βετεράνου συναδέλφου του.

Η ιστορία για να καταλαβαίνουν και όσοι δεν έχουν δει κανένα απ' τα δύο φιλμ, θέλει έναν απελπισμένο Σέρβο πατέρα να δέχεται μια παντελώς ανήθικη πρόταση από έναν άγνωστο: ο Mladen θα πρέπει να σκοτώσει έναν επιχειρηματία-μαφιόζο και σαν αντάλλαγμα θα μπουν στο λογαριασμό του όλα τα χρήματα που χρειάζεται η εγχείρηση του γιου του που υποφέρει από τερματικής μορφής καρδιοπάθεια. Μπορεί φυσικά απλά να αρνηθεί και να περιμένει μια σωτήρια κατάθεση στον λογαριασμό που δημοσίευσε στην εφημερίδα, δίπλα απ' τις μικρές αγγελίες.

Οι οικογενειακοί δεσμοί παραμένουν για να υπενθυμίσουν την κάποτε ενωμένη Γιουγκοσλαβία, ο υπόκοσμος είναι κι εδώ παρών για να δείξει πως στην σημερινή μεταβατική κατάσταση βασιλεύει ο οπορτουνισμός και οι επιτήδιοι, γενικώς ο σκηνοθέτης συνεχίζει τους προβληματισμούς της προηγούμενης του ταινίας. Ενώ εκεί είχε "απλούστατα" καταπιαστεί με τον εμφύλιο, τώρα πάει ένα βήμα παραπέρα παρουσιάζοντας ως ασθενές 11χρονο το συνομήλικο κράτος της Σερβίας. Επαναδιατυπώνω ορθότερα: μετά τον πόλεμο υφίσταται γεοπολιτικώς η χώρα της Σερβίας (για την ακρίβεια Σερβία-Μαυροβούνιο αλλά πάνε κι αυτοί τους φύγανε). Καρδιά της χώρας το σερβικό κράτος που έχει αναλάβει την αναδόμηση της. Το κράτος παραπαίει και ασθενεί την ίδια ώρα που οι υπάλληλοί του παρακολουθούν από μέσα την κατάσταση χωρίς να μπορούν να βοηθήσουν, περιμένοντας απλά εξωτερική βοήθεια. Όλα τα παραπάνω περιγράφονται σε ένα εξαιρετικά δομημένο σενάριο και αντανακλόνται κυρίως στο πρωταγωνιστικό ζεύγος (ο Μλάντεν είναι αρχιτέκτονας-υπάλληλος σε χρεωκοπημένη δημόσια κατασκευαστική και η σύζυγος του δασκάλα σε δημόσιο σχολείο).

Η πυκνή πυρετώδης ατμόσφαιρα και το έντονο σασπένς που σα να υπερτερεί του δραματικού στοιχείου, βοηθούν τον Golubovic να αποτυπώσει μοναδικά την μεταστροφή του κεντρικού του ήρωα απ' την ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή στην απελπισία και το έγκλημα (με τον ίδιο τρόπο που ένας λαός απ' την εποχή της ελπίδας πέρασε σε dt στον εμφύλιο και την μιζέρια του σήμερα). Κάθε ηθική αξία κάμπτεται υπό το βάρος της ανάγκης για επιβίωση στο γκρίζο Βελιγράδι της Παγίδας. Σε απολύτως πραγματικό σκηνικό, με την κάμερα να επιμένει στο βλέμμα του λιτού κι απέριττου Nebojsa Glogovac. Εκεί που ο Allen πασχίζει να δημιουργήσει το αηθικό ολίσθημα με τους εξεζητημένους χαρακτήρες και τους διαλόγους του (και εξαντλείται σχετικά νωρίς), ο Golubovic φτιάχνει μια πλήρη, σχεδόν αψεγάδιαστη, παρεμφερή ταινία.